Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Ο καβγάς



«Δε μου λες; Που είναι η μπλούζα μου;», τη ρώτησε εκνευρισμένος.

«Ποια, χριστιανέ μου; Την φοράς!», απάντησε εκείνη.

«Όχι αυτή! Η μπλε!».

«Την μπλε τη φορούσες μια βδομάδα και την έβαλα για πλύσιμο!», θα σκοτωθούμε, σκέφτηκε.

«Σιγά μη και δεν τη φορούσα κανένα μήνα! Γιατί δεν την έπλυνες; Τι θα βάλω, εγώ, τώρα για να πάω στη δουλειά; Όχι, σε ρωτάω! Τι θα βάλω, ε;», είχε γουρλώσει τα μάτια και την κοίταγε με τα χέρια ανοιχτά, λες και η μπλούζα που φορούσε ήδη, ήταν κουρέλι.

«Μην τολμήσεις, κακομοίρη μου και την βγάλεις από το καλάθι με τα άπλυτα, θα γίνει χαμός!», τον απείλησε.

«Ό,τι θέλω θα κάνω!», της απάντησε κι έτρεξε στο μπάνιο.

«Αν την βγάλεις από ‘κει, θα τη σκίσω και θα την πετάξω στην σόμπα να την κάψω. Ακούς τι λέω; Θα την κάψω! Λες και δεν έχεις άλλη μπλούζα να βάλεις! Αν ανοίξεις την ντουλάπα, θα πέσουν στο κεφάλι σου! Τόσες πολλές  μπλούζες έχεις! Κόλλησες με την μπλε και την έκανες ένα με το δέρμα σου…… Άντε μην σου πω καμμιά κουβέντα, πρωί-πρωί….. ούτε καφέ δεν έχω πιεί η γυναίκα…..», πήγε από πίσω του και φώναζε έξω από την πόρτα του μπάνιου.

Το πόμολο κουνήθηκε και η πόρτα άνοιξε απότομα. Εμφανίστηκε μπροστά της με το δάχτυλο παρατεταμένο, σαν δάσκαλος που απευθύνεται σε μαθητή που δεν έχει κάνει την εργασία του.

«Να μην ξαναγίνει, αυτό! Αφού ξέρεις….», άρχισε να μαλακώνει, γιατί ήξερε εκ των προτέρων πως ήταν ικανή να το κάνει. Να την κάψει και να χάσει την αγαπημένη του φορεσιά….

«Δεν ξέρω, τίποτα! Είσαι απαράδεκτος! Δεν υπάρχει περίπτωση ούτε μια στο εκατομμύριο, να βάλω πλυντήριο με ένα μόνο πράγμα μέσα. Χθες την έβγαλες…… Αν δεν συμπληρωθούν τα ρούχα, ξέχνα τη την μπλούζα….».

«Και πότε θα συμπληρώσεις, εσύ, δέκα κιλά ρούχα; Εγώ φταίω, που πήγα και σου πήρα καινούριο πλυντήριο….. Τι σκεφτόμουν όταν είδα πως παίρνει τόσα πολλά; Έπρεπε να το καταλάβω πως θα μου έκανες τη ζωή δύσκολη….», περισσότερο μονολογούσε παρά της απευθυνόταν.

«Πότε θα συμπληρωθεί; Ρωτάς εσύ που αλλάζεις σώβρακο κάθε μέρα; Πάντως μου κάνει εντύπωση….. Όχι, δεν λέω…. καλή συνήθεια αυτή…. Με τα εσώρουχα, γιατί, για τα εξώρουχα… δεν έχω λόγια…..», του αντιγύρισε.

«Δεν κατάλαβα; Υπονοείς κάτι;», την ρώτησε επιθετικά.

«Όχι, δεν υπονοώ τίποτα! Ακριβώς, αυτό λέω! Άντε έλα να φτιάξω καφέ τώρα, γιατί περνάει η ώρα και θα αργήσεις στη δουλειά!», την ακολούθησε στην κουζίνα.

Έκατσε στο τραπέζι, άπλωσε το χέρι του και πήρε μια φρυγανιά με μαρμελάδα για να φάει, μέχρι να γίνει ο καφές. Την ώρα που την δάγκωσε, έφυγε ένα κομμάτι και έπεσε πάνω στο στήθος του.

«Σκατά! Πάει κι αυτή η μπλούζα!», αναφώνησε.