Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Αποκάλυψη


 

Οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό της και άρχισε να βογκά. Κάτω από τα κλειστά βλέφαρα, τα μάτια της κινούνταν γρήγορα. Την έπιασε δύσπνοια. Κάποιοι την τραβούσαν από τα μπράτσα και την έσερναν….

Πετάχτηκε από το μαξιλάρι βαριανασαίνοντας. Ο άντρας δίπλα της, κοιμόταν. Τον κοίταξε, καθώς το χλωμό φως του φεγγαριού έλουζε το πρόσωπό του κι έσμιξε τα φρύδια της.

«Ποιος είναι αυτός;», αναρωτήθηκε.

«Που είμαι;», κοίταξε γύρω το δωμάτιο.

Τα μαλλιά της, ανάκατα και κολλημένα στο ιδρωμένο της πρόσωπο, μείωναν το οπτικό της πεδίο. Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι της, να τα τραβήξει πίσω, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε σαν να ‘ταν δεμένη σε αυτό το κρεβάτι, με αόρατα λουριά.

Συγκέντρωσε όση δύναμη είχε μέσα της και άρχισε να τσιρίζει ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.

«Σου είπα, πως, κάτι δεν πάει καλά! Δεν έπρεπε να γίνει αυτό! Είναι η δεύτερη φορά! Πρέπει να ενημερωθεί το αφεντικό!», είπε, ανήσυχος, ο Ι’.

«Όχι! Εσύ εκτύπωσε τα στοιχεία των τελευταίων δύο ωρών και εγώ θα αυξήσω τη δόση. Τώρα κιόλας! Μέχρι να γυρίσω από τον θάλαμο, να τα έχεις έτοιμα να τα δούμε μαζί. Αποκλείεται να είναι κάτι σοβαρό. Έρχομαι σε λίγο.», ο ΣΤ’ ήταν ήδη στην πόρτα του εργαστηρίου και την άνοιγε.

Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του, ο Ι’ γύρισε στην οθόνη του υπολογιστή και έτρεξε τα αρχεία.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Σηκώθηκε τραγουδώντας από το κρεβάτι, έφτιαξε το τσάι της και το απόλαυσε στο μπαλκόνι, αφού η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ζεστή. Όταν τέλειωσε, μάζεψε το φλιτζάνι και το πήγε στην κουζίνα. Όπως το ΄βαζε στον νεροχύτη, το χέρι της, άρχισε να τρέμει. Στην αρχή ανεπαίσθητα και μετά βίαια, μέχρι που έφυγε από τα δάχτυλά της, έπεσε με ορμή κι έγινε κομμάτια. Ένα από τα κομμάτια, τινάχτηκε, και την έκοψε στη μέσα μεριά του πήχη.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Η διαδρομή ανάμεσα στα δέντρα ήταν υπέροχη. Χάζευε τα χρώματα στις φυλλωσιές τους. Κόκκινο, καφέ, χρυσό. Τα πεσμένα φύλλα στο μονοπάτι, έτριζαν κάτω από τις μπότες της. Που και που έκανε την εμφάνισή του και κανένα μανιτάρι. Εκείνος, προχωρούσε πίσω της. Άκουγε τα βήματά του βαριά στο κατόπι της. Γύρισε το κεφάλι της χαμογελώντας. Της χαμογέλασε κι εκείνος, αλλά καθώς το χαμόγελό του πλάτυνε και άνοιξε το στόμα του, της ήρθε να ουρλιάξει από τρόμο.

«Ι’! Φέρε μου τη σύριγγα, τώρα!», είπε ο ΣΤ’.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Το μωρό ξύπνησε και οι φωνούλες του έκαναν την καρδιά της να μελώσει. Έσκυψε πάνω από την κούνια κι εκείνο της χαμογέλασε. Τα τρυφερά μαγουλάκια του, ήταν κατακόκκινα. Άπλωσε τα χέρια απαλά και το πήρε στην αγκαλιά της. Η ζεστασιά έτρεξε στο κορμί της, βάλσαμο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σήκωσε την μπλούζα και το απίθωσε το στήθος της, να το ταΐσει.

 Εκείνο έτριψε το προσωπάκι του λίγο μέχρι να βρει το στόχο του και άρχισε να θηλάζει. Έκλεισε τα βλέφαρα και άφησε το συναίσθημα της γαλήνης να την συνεπάρει, όταν ένας οξύς πόνος την γύρισε πίσω. Άνοιξε τα μάτια και είδε πως το αίμα είχε μουσκέψει την μπλούζα της και το πρόσωπο του μωρού. Άρχισε να τσιρίζει.

«ΣΤ’, πρέπει να ενημερώσουμε! Εγώ φοβάμαι! Αν το ανακαλύψουν είμαστε χαμένοι και οι δυο!», κάτω από τη μάσκα, το σαγόνι του έτρεμε.

«Και τι θες να τους πω; Πως είσαι βλάκας και μπέρδεψες την αδρεναλίνη με το σκεύασμα; Μέχρι να περάσει η επήρεια της αδρεναλίνης, πρέπει να της χορηγούμε το σκεύασμα ανά τακτά διαστήματα!», ο ΣΤ’ τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του.

«Αα, τώρα φταίω εγώ; Εγώ; Όταν εσύ την έβγαλες και την τοποθέτησες δίπλα στην άλλη; Τι δουλειά είχες να την αφήσεις εκεί; Δεν ήξερες πως θα γινόταν κανένα λάθος;», ο Ι’ ήταν εκτός εαυτού.

Ο ΣΤ’ πλησίασε τον Ι’ απειλητικά.

«Τι θα κάνεις; Θα με σκοτώσεις κι εμένα, όπως….», δεν πρόλαβε να πει κάτι άλλο, γιατί ο ΣΤ’ τον είχε αρπάξει ήδη από τον λαιμό.

 Το αντικείμενο, ούρλιαζε.

Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Έπρεπε να χορηγήσει τώρα το ενέσιμο, αλλιώς θα τους έπαιρναν μυρωδιά και θα τους εξεδουτέρωναν και τους δυο. Κι αυτό, θα ήταν το λιγότερο.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Οι ακτίνες του ήλιου έπαιζαν με την κουρτίνα, καθώς οι πτυχές της λικνίζονταν στο πρωινό αεράκι, που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Δρασκέλισε το δωμάτιο και στάθηκε μπροστά στην κουρτίνα. Άγγιξε το μεταξένιο ύφασμα και αργά το τράβηξε στο πλάι. Το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας ξεχύθηκε μπρος στο βλέμμα της. Πέρα μακριά ο ουρανός ενώνονταν με τη θάλασσα σαν δυο ερωτευμένοι που πρωτογνώριζαν ο ένας το κορμί του άλλου.

Η καρδιά της γέμισε προσμονή. Τον άκουγε να ανεβαίνει τη σκάλα. Το κάθε σκαλοπάτι αναστέναζε γλυκά κάτω από το βάρος των βημάτων του. Χαμογέλασε. Τον περίμενε καιρό. Και να που επιτέλους είχε έρθει. Τώρα, ήταν πίσω από την πόρτα. Έβλεπε το πόμολο να κατεβαίνει…. Η πόρτα άνοιξε κι ένα σμήνος σφήκες όρμισε στο δωμάτιο. Άρχισε να ουρλιάζει.

«Πιάσε επιτέλους το χέρι και σφίξε γερά το λουρί! Και κοίτα μην ξαναγίνει αυτό! Σταθερά σου είπα!», ο ΣΤ’ διέταξε τον Ι’.

«Τι νομίζεις πως κάνω τόση ώρα; Αυτό προσπαθώ. Αλλά δεν είναι εύκολο. Αν νομίζεις πως εσύ μπορείς καλύτερα, κάνε το μόνος σου!», είχε αγανακτήσει πια.

Αν γνώριζε…. Αν είχε υποψιαστεί από την αρχή, έστω το παραμικρό, δεν θα έκανε ποτέ αυτή την καταραμένη αίτηση στην φαρμακοβιομηχανία. Καλύτερα πίσω από το τείχος. Χίλιες φορές πίσω από το τείχος.

Όταν, όμως, πεινάς και βλέπεις την οικογένειά σου να αφανίζεται, δεν έχεις πολλές επιλογές. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, γιατί η πείνα…. δεν αντέχεται.

Ο ΣΤ’ δεν ανήκε στην ίδια κατηγορία. Εκείνος ήταν από αυτούς που παρέμειναν μπροστά, μετά την πανδημία. Ήταν με τους προνομιούχους. Οι άλλοι είχαν πεταχτεί σαν τα αδέσποτα, πίσω από τα τείχη, γιατί δεν είχαν συμβιβαστεί με το κατεστημένο. Με το παράλογο. Αλλά ποιος νοιάζονταν; Οι ιθύνοντες είχαν αποφασίσει και τα εκτελεστικά όργανα είχαν πράξει.

Πριν μερικούς μήνες κάποιοι από την μπροστινή πλευρά είχαν περάσει το τείχος και ζητούσαν εθελοντές. Μικροβιολόγους, γιατρούς, νοσηλευτές, ερευνητές στον τομέα των φαρμάκων, γιατί η μεγάλη φαρμακοβιομηχανία της χώρας έκανε έρευνες πάνω σε νέα φάρμακα, για την καταπολέμηση της αρρώστιας και το προσωπικό που απασχολούσε, δεν έφτανε να εξυπηρετήσει αυτό τον σκοπό. Όποιος δέχονταν, τον έπαιρναν μαζί τους φροντίζοντας, υποτίθεται, οι άνθρωποί που άφηναν πίσω τους να βιώσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, με πρόσβαση σε τροφή και καθαρό νερό.

Για την κόρη του το έκανε.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Ο ήλιος ήταν ψηλά και χάιδευε το πρόσωπό της. Η μέρα ήταν ζεστή και το αεράκι που φυσούσε ανέμιζε τα μαλλιά και το φουστάνι της. Το λιβάδι ήταν καταπράσινο. Ανάμεσα στα χόρτα υψώνονταν οι παπαρούνες και τα χαμομήλια. Η Τζένη περπάτησε το μικρό δρομάκι κι έφτασε στην όχθη του μικρού ποταμού. Το νερό κυλούσε γάργαρο πάνω από τις πέτρες του βυθού του. Μικρά ψαράκια ακολουθούσαν τον ρυθμό του, σταματώντας που και που να ψάξουν, κάτω από τις πέτρες, για τροφή. Άκουσε το όνομά της.

Ύψωσε το βλέμμα της και τον είδε.

«Έλα κοριτσάκι μου! Φτάνει! Αρκετά βασανίστηκες!», της είπε τρυφερά ο πατέρας της.

Δάκρυα χαράς ανάβλυσαν στα μάτια της.

«Μπαμπά!», η φωνή πνίγηκε σε ένα λυγμό.

«Έλα, γλυκιά μου! Από ‘κει!», της είπε και της έδειξε πιο κάτω τις πέτρες στη σειρά που έφταναν ως την αντίπερα όχθη.

Τις είδε κι έτρεξε. Μπροστά τους κοντοστάθηκε.

«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι εδώ και θα σε πιάσω! Ως τη μέση μπορώ να ‘ρθω. Έλα!», της είπε και πάτησε την πρώτη πέτρα.

Η Τζένη πήρε θάρρος. Βαθιά μέσα στην ψυχή της ήξερε, πως αν περνούσε απέναντι, δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Εκεί που πήγαινε, ο φόβος δεν υπήρχε. Πάτησε την πέτρα με σιγουριά.

«Ω, που να πάρει, ο διάβολος…..», ο ΣΤ’ σηκώθηκε από την καρέκλα, απότομα και τράβηξε βίαια από το μανίκι τον Ι’ που καθόταν δίπλα του.

Βγήκαν τρέχοντας στον διάδρομο. Έφτασαν στο θάλαμο και μπήκαν μέσα. Το μόνιτορ βούιζε. Καμιά ένδειξη ζωής…. Μόνο οριζόντιες γραμμές. Το οξυγόνο δούλευε, αλλά μάταια.

«Πιάσε τον απινιδωτή! Γρήγορα, γαμώτο! Δεν πρέπει να χάσουμε το αντικείμενο……», για πρώτη φορά ο ΣΤ’ έδειχνε φοβισμένος.

Είκοσι λεπτά μετά, οι ελπίδες κατέρρευσαν. Το αντικείμενο είχε τερματίσει.

Ο ΣΤ’ έβγαλε τη μάσκα και κοίταξε το Ι’.

«Εσύ φταις! Εσύ! Εσύ φταις για όλα!!!», τον πλησίαζε απειλητικά.

Ο Ι’ έκανε βήματα πίσω μέχρι που σκόνταψε πάνω στο μόνιτορ. Την ώρα που ο ΣΤ’ άπλωνε τα χέρια να τον πιάσει, οι άντρες με τα μαύρα και τα κράνη στο κεφάλι μπήκαν στον θάλαμο.

«Ψηλά τα χέρια!», φώναξε ο ένας από αυτούς.

Ο Ι’ σήκωσε τα χέρια πρώτος. Γνώριζε τι επακολουθούσε. Είχε δει που πήγαιναν αυτοί που είχαν αποτύχει. Κάτω στα υπόγεια. Εκεί που δεν είχε κανείς πρόσβαση, εκτός από τους Δ’. Αυτοί οι Δ’ θα τους πήγαιναν συνοδεία και θα τους πέταγαν μαζί με τα υπόλοιπα υποψήφια αντικείμενα. Αυτό που ο Ι’ δεν ήξερε, όμως, ήταν πως εκεί θα έβρισκε την κόρη του……

 

Τέλος