Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Καλή αυριανή!!!


 

Σήμερα το «πρωί» ξύπνησα με την καλύτερη διάθεση. Είχα να νιώσω, έτσι, πάρα πολύ καιρό. Το παντζούρι ήταν κλειστό και δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ώρα, αλλά αφού ήταν σκοτεινά, σκέφτηκα πως, ακόμη, θα ήταν νωρίς. Πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα. Πήγα στο παράθυρο, το άνοιξα και πριν τολμήσω να ξαγκιστρώσω το μάνταλο από το παντζούρι, μου ‘ρθε στα μούτρα η βροχή……

«Τι στο καλό;», σκέφτηκα.

«Το χθεσινό δελτίο έλεγε βροχές από το  μεσημέρι και μετά…..».

Μόνο τότε κοίταξα το ρολόι που είχα πάνω στο κομοδίνο. Μία και είκοσι.

«Όχι, όχι, όχι…. Δεν είναι δυνατόν….. Τι θα προλάβω να κάνω τώρα; Να φτιάξω καφέ, να βάλω το φαΐ να γίνεται ή να βάλω το πλυντήριο να πλένει και μετά να κάνω καφέ; Πρέπει, όμως, να βάλω και το φαΐ στη φωτιά. Ο Στέλιος σχολάει στις τρεις και μέχρι τις και μισή, είναι στο σπίτι……. Ωωω…. σκ@τ@», μονολογούσα κι έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου.

Καφές. Ο κόσμος να χαλούσε, έπρεπε πρώτα να πιώ καφέ. Δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρξει λογική και συγκέντρωση, χωρίς να κυλίσει στις φλέβες το μαύρο ζουμί…. να φτάσει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και από κει στον εγκέφαλο, για να δουλέψει.

Μπήκα στην κουζίνα και άναψα το φως. Άνοιξα το ντουλάπι. Το μπρίκι κοπάνησε τη μύτη μου και έπεσε με κρότο πάνω στον πάγκο. Το ότι σκοτείνιασαν όλα γύρω μου, νομίζω πως, δεν χρειάζεται, καν, να το αναφέρω. Τα μάτια μου δάκρυσαν από τον πόνο. Για τα επόμενα πέντε λεπτά, έκλαιγα, ούρλιαζα και προσπαθούσα να φτιάξω τον ρημαδοκαφέ στο γκαζάκι.

Εκείνη ακριβώς την ευλογημένη ώρα, χτύπησε το σταθερό. Μέχρι να πάω δυο βήματα στο σαλόνι, να το βρω και να το σηκώσω….. ο καφές είχε χυθεί. Έτρεξα να τον προλάβω, αλλά το τραπεζάκι βρέθηκε στο δρόμο μου. Ξυπόλητη καθώς ήμουν…. το μικρό δαχτυλάκι βρήκε στη γωνία…… Ναι ναι, στη σκοτεινή γωνία που ξεφυτρώνει, εκεί, που δεν την σπέρνουν.

Με σφιγμένα τα δόντια απάντησα με μουγκρητό στον συνομιλητή μου.

«Παρακαλώ;», το πόσο απειλητικό ακούστηκε το κατάλαβα από κλικ που έκανε η γραμμή κι έκλεισε.

Κουτσαίνοντας, πήγα ξανά στην κουζίνα. Πέταξα το σταθερό στο τραπέζι, έκλεισα το γκαζάκι, έβαλα στην κούπα ό,τι έμεινε από τον καφέ….. μαζί με το κατακάθι και με τη μύτη μου να τρέχει από τα δάκρυα και τους πόνους, καθάρισα τον πάγκο και το δάπεδο.

Τελειώνοντας, κάθισα στον καναπέ, να πιώ μια γουλιά για να συνέλθω. Ακούμπησα τα χείλη μου στο φλιτζάνι και καθώς τράβηξα μια γενναία ρουφηξιά, μου ήρθε αηδία. Ούτε κατάλαβα πως το ΄φτυσα από το στόμα μου. Αυτό το πράμα, δεν ήταν καφές….. ήταν ….. αλήθεια…. τι ήταν; Και τότε θυμήθηκα…. Είχα αρχίσει ομοιοπαθητική και τον είχα αντικαταστήσει, την προηγούμενη, με ρεβιθοκαφέ.  

«Που να πάρει η οργή!!!! Πρώτα το δοκιμάζει ο κόσμος και μετά το χρησιμοποιεί…..», αλλά που να ‘ξερα, τρομάρα μου.

«Θα πίνετε.», φαντάστηκα.

Πάντως, αν είστε λάτρεις του καφέ, δεν θα  σας τον συνιστούσα, για κανέναν λόγο. Εκτός κι αν δεν σας είχα πάρει με καλό μάτι…. Να τα λέμε αυτά.

Πήρα το τηλέφωνο στα χέρια και παράγγειλα έναν. Δεν είχα σκοπό να το διακινδυνεύσω δεύτερη φορά. Στα κομμάτια η ομοιοπαθητική και τα καλά της…..

Όταν, επιτέλους, πήρα στα χέρια το αγαπημένο μου χαρμάνι και ήπια την πρώτη γουλιά, ένιωσα ξανά τον κόσμο να γυρίζει.

Ο πόνος στο δαχτυλάκι είχε υποχωρήσει. Το ίδιο και ο πόνος στη μύτη. Βέβαια και τα δυο είχαν πρηστεί και μελανιάσει, δεν θα μπορούσα να βάλω παπούτσια ούτε τα γυαλιά μου, αλλά ποιος έδινε σημασία; Είχα τον πολυπόθητο καφέ μου. Θα σκεφτόμουν αργότερα τι θα έκανα με αυτά. Τώρα έπρεπε να σκεφτώ τι να μαγειρέψω. Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και δεν είχα χρόνο για τα φασολάκια που ήταν καθαρισμένα και πλυμένα στο ψυγείο.

Θα έκανα αβγά τηγανιτά.

Μου φάνηκε πολλή καλή ιδέα…..

Άναψα το μάτι της κουζίνας, έβαλα το τηγάνι πάνω στο μάτι και πήγα στο ψυγείο να βγάλω το βούτυρο. Η μυρωδιά από το χαλασμένο λεμόνι ήρθε στην πληγωμένη μύτη μου. Την σούφρωσα και η σουβλιά που ένιωσα έφερε δάκρυα στα μάτια μου.

«Που τα ‘χω βάλει τα λεμόνια; Δεν είναι σε αυτή τη σακούλα. Όχι! Κάτσε να δω στο πάνω συρτάρι. Ούτε εκεί είναι! Μα που στο καλό είναι; Πίσω από τη φέτα;», μονολογώντας χώθηκα πιο βαθιά στα ράφια του.

Κάνοντας στην άκρη το μπολ με τη φέτα….. δεν πρόσεξα το βαζάκι με το αγγουράκι τουρσί…… Έπεσε, ακριβώς, δίπλα στο πληγωμένο μου δαχτυλάκι…. κι έσπασε….. και τότε…… μύρισα και τον καπνό……

Πανικός. Από τη μια ζουμιά, γυαλιά, τουρσιά και από την άλλη το τηγάνι να βγάζει καπνούς….. Έτρεξα στην κουζίνα, με ένα γυαλί καρφωμένο στη φτέρνα κι έκλεισα το μάτι. Προσπάθησα μάταια να το ξεκολλήσω. Έκαιγε. Δεν μπορούσα να το πιάσω. Τρεις φορές έκαψα το χέρι μου…..

Το γυαλί, εξακολουθούσε να είναι καρφωμένο στο πόδι μου. Κάθισα στην καρέκλα και προσεκτικά το έβγαλα. Εκτίμησα τη ζημιά. Τίποτα σοβαρό. Από ένστικτο, δεν το είχα πατήσει με δύναμη. Κόπηκα, αλλά όχι βαθιά. Καθάρισα την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα, έβαλα έναν αυτοκόλλητο επίδεσμο και επιτέλους, φόρεσα τις παντόφλες μου.

Όρθια στη μέση της κουζίνας, με το ένα πόδι να πατά στις μύτες όπως ο πελαργός, κοίταξα τριγύρω. Βομβαρδισμένο τοπίο κι εγώ εκεί, σαν τον τελευταίο στρατιώτη, μαύρη από την κάπνα, με μάτια κόκκινα από τα δάκρυα, πληγωμένη και απελπισμένη, να μην ξέρω από που να ξεκινήσω.

Ο Στέλιος με βρήκε σε αυτή τη θέση, ακριβώς. Το βλέμμα μου είχε σταθεί στο ημερολόγιο που κρέμονταν στον τοίχο της κουζίνας. Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020…… Έπεσα στην αγκαλιά του κλαίγοντας…..

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου