Κανένα κουδούνι δεν
χτύπησε. Μπορεί να ήταν πρωί ακόμα, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά.
Παραμονές των εορτών,
πολύ λίγα παιδιά έρχονται να πουν τα κάλαντα. Όχι τώρα που μαίνεται η
καταιγίδα. Πάντα.
Ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί.
Στην Αθήνα ήταν αλλιώς,
εδώ, αλλιώς…
Παρόλα αυτά, σηκώθηκα
νωρίς. Δεν είχα κάτι ιδιαίτερο να ετοιμάσω στο σπίτι. Τα όσα βλέπει η πεθερά,
είχαν γίνει άλλωστε.
Έφτιαξα, λοιπόν, τον καφέ
μου και πήρα τη μαμά μου τηλέφωνο.
«Καλημέρα! Να τα πω;»,
είπα.
«Καλημέρα! Τώρα ξύπνησες,
καλέ; Πες τα εν συντομία και ξεκίνα να έρχεσαι, έχουμε τόσα να κάνουμε! Άντε
περιμένω!», απνευστί….
Και το ‘κλεισε.
Έμεινα να κοιτώ την οθόνη
του κινητού με ανοιχτό το στόμα. Όχι, πως δεν το περίμενα. Η μαμά τα θέλει όλα
χθες κι εγώ είμαι ήδη μια μέρα πίσω. Ήπια δυο γουλιές από τον καφέ μου, μη βγω
στο δρόμο εντελώς κοιμισμένη, ετοιμάστηκα και κατέβηκα να βάλω εμπρός το
αυτοκίνητο να φύγω.
«Αμ δε! Όχι, κυρία μου! Δεν
θα πάρω μπρος, να ξέρεις! Εδώ θα κάτσω, για να σκάσεις!», με κορόιδευε μες τα
μούτρα μου.
«Γιατί, καλό μου; Προχθές
σου ‘βαλα καινούρια μπαταρία. Μια χαρά με πήγες και στα τρία supermarkets. Έδωσα κι ένα σκασμό
λεφτά….».
Άσχετο το τελευταίο….
αλλά, νευρίασα…..
Γυρνούσα το κλειδί της
μίζας, περίμενα λίγο, πετρέλαιο γαρ, γουργούριζε, επέμενα….. γουργούριζε….. και
τίποτα…..
Το παράτησα και πήρα
πρώτα τηλέφωνο τον συμβίο.
Ούτε να μιλήσει δεν
πρόλαβε.
«Δεν παίρνει μπροστά το
αυτοκίνητο κι έχω δουλειά. Γιατί, αφού η μπαταρία είναι καινούρια; Γιατί, αφού
ανάβουν όλα τα λαμπάκια που πρέπει; Γιατί, αφού, δεν βγάζει μήνυμα στην οθόνη
του ταμπλό πως κάτι συμβαίνει; Γιατί, αφού….», ήμουν έξαλλη.
«Σταμάτα, Χριστιανή μου,
να καταλάβω! Δεν παίρνει μπροστά, ενώ η μπαταρία είναι καινούρια….. Τώρα που
είμαι στη δουλειά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Όταν γυρίσω το μεσημέρι θα το δω. Θα
προσπαθήσουμε να το κάνουμε διαφορετικά. Εντάξει; Έχω πελάτη, τα λέμε μετά!»
και το ‘κλεισε.
Τηλέφωνο κι εγώ στη μαμά.
«Δεν έχω αμάξι….. τα
‘φτυσε!».
«Καλά, έρχομαι να σε
πάρω!».
Παρόλα αυτά, η υπόλοιπη
μέρα, ως το μεσημέρι, κύλισε όμορφα! Οι μυρωδιές από τις προετοιμασίες για το
Χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχαν κατακλείσει το σπίτι και η διάθεση ανέβηκε.
Ήρθε και μια κομπανία από μερικά πιτσιρίκια κι άκουσα επιτέλους τα πολυπόθητα
κάλαντα. Το πνεύμα των Χριστουγέννων ήταν εδώ….. ή όχι;
«Πήρες τηλέφωνο τον άντρα
σου να του πεις πως είσαι εδώ;», με ρώτησε η μάνα κάποια στιγμή.
«Όχι, ακόμα. Θα τον πάρω,
τώρα.», απάντησα.
Και το έκανα.
«Είμαι, στης μαμάς. Εσύ;»,
τον ρώτησα.
«Γύρισα στο σπίτι.»,
είπε.
«Είδες το αυτοκίνητο;»,
δεν ήθελα να τον συγχύσω.
«Όχι, ακόμη. Μόλις έφαγα.
Ξέρεις, με πήρε ο κολλητός μου, από το χωριό. Είναι κρυωμένος και χρειάζεται
φάρμακα. Περιμένω να μου τα φέρουν για να του τα πάω, σε περίπου μισή ώρα από
τώρα….».
«Ωωωωωω!!!!
Έρχομαι!!!!!», του είπα κι έκλεισα το κινητό.
«Μαμάααα! Θα με πας
σπίτι;», ανησυχούσα.
Κι εκεί που όλα έβαιναν
καλώς…. Τρόπον τινά….. φτάνοντας στο σπίτι, μαθαίνουμε πως το «μπρελόκ», έχει
μεγαλύτερο πρόβλημα. Το «σωληνάκι» πετρελαίου…. Τρύπησε……
«Ωραιότατα!!! Τι κάνουμε,
τώρα;», αναρωτήθηκα.
Ευτυχώς, υπήρχε εφεδρεία.
Το άλλο, στο χωριό. Έτσι, προθυμοποιήθηκε η μάνα να μας πάει……
Από το να το θέλει, όμως,
μέχρι να το κάνει….. μια μπαταρία, δρόμος….. Έμεινε και το δικό της εκεί και
δεν κουνιόταν με τίποτα….. Τα φάρμακα ήρθαν, τα μεταφορικά μέσα όμως… νεκρά και
τα δυο….
Βγάλε την καινούρια από
το ένα. Πήγαινε στο άλλο. Προσπάθησε να βγάλεις την παλιά….. Δεν βγαίνει….
γιατί δεν έχεις το εργαλείο… Ξαναβάλε τα καπάκια…. Αφού προηγουμένως, μου ‘χε πέσει
η μια βίδα και την έψαχνα με το φακό. Βγάλε τα καλώδια. Μπαταρία γεμάτη,
μπαταρία άδεια… επιτέλους πήρε μπροστά!!!
Πάμε στο ένα χωριό,
παίρνουμε το εφεδρικό. Φεύγει η μάνα χωρίς να σβήσει μηχανή, μην τρέχουμε πάλι.
Φτάνουμε στο άλλο χωριό… Μια χαρά ο κολλητός!!! Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν
περίμενε από μας….. Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω, αν ο άνθρωπος ήταν σοβαρά……
Κι εκεί που δεν το
περίμενες, περνάς μια όμορφη παραμονή Χριστουγέννων, με ανθρώπους που αγαπάς
και σε αγαπάνε!!!
Και έρχεται η ώρα να
φύγεις! Και δεν έχεις βενζίνη και δεν ξέρεις πόσο οριακά είσαι! Φτάνεις στην
πόλη; Θα βρεις βενζινάδικο τέτοια ώρα; Τέτοια μέρα;
Μάλλον, τελικά, κάποιος
εκεί πάνω μας λυπήθηκε για την ώρα, γιατί φτάσαμε στο σπίτι με γεμάτο
ντεπόζιτο, κουρασμένοι, αλλά τουλάχιστον, ικανοποιημένοι.
Και ξημέρωσε
Χριστούγεννα! Ευλογημένη μέρα!
Όλα κανονισμένα για
φαγητό στα πεθερικά! Στο χωριό! Ναι, ναι, στο χωριό, που την προηγούμενη νύχτα
πήγαμε και πήραμε το εφεδρικό αυτοκίνητο.
Έχω φτιάξει αχνιστό καφέ,
έχω βάλει μουσική κι ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά.
Μετά τον καφέ, ο συμβίος,
βρήκε το εργαλείο που ήθελε και πήγε στη μαμά για να βάλει την καλή μπαταρία.
Εγώ, γέμισα την σόμπα με
ξύλα, μέχρι να φύγουμε, να ζεσταθεί το σπίτι…… και ανακαλύπτω, εντελώς τυχαία,
πως η καμινάδα…… φτύνει κάρβουνα….. ΑΝΑΜΕΝΑ!!!!
ΒΟΗΘΕΙΑ!!!!
Το μπαλκονάκι μικρό…..
πράγματα πολλά….. το πλυντήριο δεν μετακινείται…… το συρτάρι της καμινάδας
καίγεται…….
ΝΕΡΟ ΤΩΡΑ!!!!!
Ευτυχώς μου ‘κοψε και
έβαλα ό,τι μπορούσα μέσα στο σπίτι. Έβαλα το λάστιχο…… έσβησα το κάρβουνο …..
και γέμισα τον κόσμο στάχτη και κάπνα!!!!! Δυο ώρες!!!!! Δυο, ολόκληρες ώρες
μέσα στο κρύο, με παγωμένο νερό, μουσκεμένη και καπνισμένη να καθαρίζω….. τα
ακαθάριστα……….. Χριστουγεννιάτικα, καθάριζα το ένα επί ένα μπαλκονάκι κι επειδή
είμαι και τροφαντούλα……. σφήνωνα ανάμεσα στο πλυντήριο, το ντουλάπι και την
καμινάδα……
Σε αυτή την υπέροχη θέση
με βρήκε, ο συμβίος μου, όταν γύρισε. Κι εκεί που ήθελα να πάω λίγο νωρίς στο
Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, έφτασα τελευταία και καταϊδρωμένη!
Για ένα περίεργο λόγο, η
διάθεση ψηλά!!!
Τις επόμενες δυο μέρες,
έμειναν άλλα δυο αυτοκίνητα…..
Του πεθερού και του
κολλητού…..
Κι ενώ συμβαίνουν όλα
αυτά τα όμορφα, έρχεται η αγαπημένη μου, η Maria Maranti και αναφέρεται στα
καλικαντζαράκια! Ε, λοιπόν ναι! Υπάρχουν! Και ο σκοπός τους είναι να
δημιουργούν προβλήματα στους κακούς και άσχημους ανθρώπους! Πόσο κακιά και
άσχημη….δεν ξέρω… ίσως όχι πάρα πολύ….. επειδή όλα τέλειωσαν αισίως, ως εδώ,
δηλαδή, γιατί τα καλικαντζαράκια φεύγουν των Φώτων….. Μέχρι τότε, ας βάλει ο
Θεός το Χέρι Του!!!
ΤΕΛΟΣ
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου