Πέμπτη 19 Σεπτεμβρίου 2019

Η ΠΥΛΗ (Μέρος α΄)



 Άφησε τον σάκο στο πάτωμα, αμέσως μόλις μπήκε σπίτι κι οδήγησε, βαριά, τα βήματά του στην κουζίνα.  Άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε μέσα. Ένα πιάτο αποφάγια μαζί με το πιρούνι, τρεις φέτες ψωμί, σχεδόν μουχλιασμένες, ένα βάζο ξινά αγγουράκια, από την εποχή του Νώε και μια εξάδα μπύρες.
 Έβγαλε μια και ρούφηξε από το περιεχόμενό της, με λαχτάρα. Έκλεισε το ψυγείο και μπήκε στο σαλόνι. Έκατσε στον καναπέ με φόρα και έσυρε το ελεύθερο χέρι του πάνω στο τραπέζι, για να κάνει χώρο. Το κουτί της πίτσας έπεσε στο πάτωμα, δυο άδεια κουτιά μπύρας και οι χαρτοπετσέτες. Έβαλε τα πόδια στο σημείο που καθάρισε κι έγειρε το κεφάλι πίσω κλείνοντας τα μάτια του, κρατώντας ακόμα την μπύρα στο χέρι του.
Επιτέλους η μέρα είχε τελειώσει.
Άνοιξε τα μάτια, γιατί κάτι τον ενοχλούσε. Με κόπο σήκωσε το κεφάλι του, γιατί ο σβέρκος του ήταν πιασμένος. Το φως στο δωμάτιο είχε εξαφανιστεί. Έκανε να σηκωθεί και τότε κατάλαβε. Είχε χυθεί η μπύρα στον καναπέ και ήταν μούσκεμα.
«Γαμώτο!».
Έβαλε το κουτί πάνω στο τραπέζι κι άναψε το φως. Δίπλα σε μια παλιότερη κηλίδα, δέσποζε μια νέα. Η δεξιά πλευρά του παντελονιού του, μούσκεμα κι αυτή.
Η μυρωδιά του έφερε αηδία. Μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί, να αλλάξει και να πέσει για ύπνο. Η επομένη, ήταν η μέρα της καθαρίστριας. Όχι πως είχε καμιά σημασία. Εξάλλου, από τότε που έφυγε η Ελένη, τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο.
Ξάπλωσε στο διπλό κρεβάτι, πάνω στα σεντόνια που είχαν μια εβδομάδα να αλλαχτούν κι ο ύπνος ήρθε χωρίς να το καταλάβει, τραβώντας τον στην χώρα των ονείρων, εκεί, που υπάρχει άλλη ζωή, τόσο ζωντανή που σε μπερδεύει όταν ξυπνάς και κάνεις ώρα να συνειδητοποιήσεις τι είναι πραγματικό και τι όχι.

«Άγη, πιάσε το μοχλό και τράβα τον! Άγη, τώρα! Πέφτουμε….. Άγη!», μια φωνή ερχόταν βαθιά μέσα στο κεφάλι του.
Το επαναλαμβανόμενο τράνταγμα τον έφερε στα συγκαλά του και τράβηξε τον μοχλό με όλη του τη δύναμη. Τα λαμπάκια μπροστά του αναβόσβηναν. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πύργο ελέγχου, αλλά μάταια. Δεν τους άκουγε κανείς. Το σκάφος υψώθηκε για λίγο, αλλά βούτηξε ξανά τη μούρη του προς τα κάτω.
«Θα κάνουμε αναγκαστική προσγείωση, δεν έχουμε άλλη επιλογή!», είπε στον συνάδελφό του και προσπάθησε να ανακτήσει, όσο μπορούσε, τον έλεγχο.
Το μόνο που κατάφερε ήταν να κατεβάσει τις ρόδες. Δεν είχαν κολλήσει, αλλά το έδαφος από κάτω τους ήταν αμμώδες. Ενώ δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος άνθρωπος, θυμήθηκε μια μικρή προσευχή που έλεγε καμιά φορά η γιαγιά του πριν πάει για ύπνο και την είπε από μέσα του.
Τα υπόλοιπα που συνέβησαν εκτυλίχθηκαν σαν ταινία σε αργή κίνηση. Η άτρακτος του σκάφους προσέκρουσε με δύναμη πάνω στην άμμο και εξαιτίας της ταχύτητας, συνέχισε την διαδρομή της για αρκετά μεγάλο διάστημα, έως ότου, από την τριβή και τον τεράστιο αμμόλοφο που βρέθηκε στο διάβα τους, σταμάτησε, σηκώνοντας σκόνη και άμμο που κάλυψε, σχεδόν, ολόκληρο το αεροπλάνο.
Ο Νίκος έλυσε τις ζώνες ασφαλείας, έβγαλε το κράνος, σηκώθηκε πετώντας το στο κάθισμα και βούτηξε τον Άγη από τον γιακά της στολής του.
«Είσαι ηλίθιος, ρε! Αν ήταν πραγματικές συνθήκες αυτές θα μας είχες σκοτώσει, παλιο…..», όρθωσε την γροθιά του να τον κοπανίσει στα μούτρα, αλλά τον πρόλαβε ένας συνάδελφος που είχε ήδη ανέβει στον προσομοιωτή και τον τράβηξε πίσω.
«Ηρέμησε, Νίκο! Ηρέμησε!», του είπε.
«Τι λες κι εσύ τώρα, ρε! Δεν είδες τι έκανε;», τίναξε με δύναμη τα χέρια και το κορμί του για να αποδεσμευτεί.
«Έχεις δίκιο…. Δεν αξίζει τον κόπο! Ο τύπος είναι ξοφλημένος! Εγώ μαζί του δεν ξαναπάω!», είπε και βγήκε οργισμένος από εκεί.
Ο Άγης τα είχε χαμένα. Δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Την μια στιγμή ήταν στο σπίτι του και την άλλη……
Πήρε τα πράγματά του από το φωριαμό, άφησε τη στολή και το κράνος και βγήκε στην είσοδο του στρατοπέδου.
Ο Νίκος τον πλησίασε κι από ένστικτο έκανε ένα βήμα πίσω.
«Μη φεύγεις. Να σου πω θέλω.», πήγε πιο κοντά.
«Συγγνώμη για εκεί μέσα…. ήμουν εκνευρισμένος. Αλλά κι εσύ βρε μ…., είναι η δεύτερη φορά που το κάνεις. Δεν εννοείς να την περάσεις την πίστα με τίποτα. Τι σκατά παθαίνεις και κολλάς κάθε φορά στο ίδιο σημείο;», η μεταμέλεια ήταν έκδηλη στη φωνή του.
Ο Άγης για πρώτη φορά εδώ και λίγη ώρα είχε κάπως ανακτήσει τον εαυτό του. Όχι εντελώς. Κοίταξε τον συνάδελφο και φίλο του στα μάτια, χωρίς να έχει κάποια εξήγηση να του δώσει.
«Δεν ξέρω να σου πω. Τι μια στιγμή είμαι εδώ….. την άλλη εκεί….», είπε χωρίς να συνεχίσει.
«Εντάξει… πάμε για κανένα ποτό και συνεχίζουμε την κουβέντα μας στο μπαρ, γιατί αν πάμε σπίτια μας…. η γκρίνια δεν θα μας αφήσει να χαλαρώσουμε.», είπε γελώντας.
«Τι εννοείς;», σήκωσε τα φρύδια του ο Άγης.
«Είχαμε δυο μέρες υπηρεσία, ξέχασες; Ούτε η Νάντια είναι συγκαταβατική ούτε η Έλενα, με την δουλειά μας…. Κολλητές γαρ, θα μας ψήσουν το ψάρι στα χείλη, αν δεν τις πάμε στο εμπορικό κέντρο για ψώνια και σινεμά, το Σαββατοκύριακο!», έβαλε το μπράτσο του στο ώμο του Άγη και τον πήγε έτσι, μέχρι το πάρκινγκ των αυτοκινήτων.

Στο μπαρ, ο Νίκος ήταν λαλίστατος, σε αντίθεση με τον Άγη. Έπινε το ποτό του, γέλαγε και πείραζε τον μπάρμαν.
«Τι θα γίνει με σένα; Λέξη δε σταύρωσες από την ώρα που ήρθαμε.», του είπε κοιτάζοντάς τον σοβαρά.
«Τι θες να πω;», ήπιε μια γουλιά από το ουίσκι που είχε μπροστά του.
«Καλά θα ήταν να αρχίσεις από τη στιγμή που άρχισες να χάνεις τον έλεγχο του αεροπλάνου….».
«Σου είπα! Δεν ξέρω! Δεν κατάλαβα…. Σαν να μην ήμουν εκεί από την αρχή….. σαν να ήμουν κάπου αλλού….», σταμάτησε.
«Μου φαίνεται άρχισες να γερνάς, φίλε μου! Η άνοια σου χτυπά την πόρτα. Να το προσέξεις αυτό….», ξέσπασε σε γέλια.
Ο Άγης δεν του έδωσε σημασία. Έτσι ήταν ο Νικόλας. Δεν έπαιρνε ποτέ, τίποτα στα σοβαρά. Η ζωή ήταν απλή γι’ αυτόν. Δουλειά, διασκέδαση, οικογένεια και πάλι από την αρχή, με αυτή ακριβώς τη σειρά, για να μη χαλάσει τη συνταγή.
Για τον ίδιο, όμως, τα πράγματα ήταν σοβαρά. Αν όντως ήταν θέμα υγείας, θα έπρεπε να απευθυνθεί κάπου….. Αλλά που;  Θα επηρέαζε αυτό την καριέρα του στον στρατό, ως πιλότου; Και τι θα έκανε που είχε γυναίκα και παιδιά; 
Τέλειωσε το ποτό του, πλήρωσε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του μπαρ.
«Εεεεε, που πας; Περίμενε!!!», άκουσε τον Νίκο να του φωνάζει, αλλά δεν σταμάτησε.
Βγήκε, πήγε στο αυτοκίνητο και καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή, ο Νίκος του χτύπησε το τζάμι.
«Έτσι θα φύγεις; Χωρίς να πεις τίποτα; Ούτε ένα γεια;», τον ρώτησε.
Ο Άγης κατέβασε το τζάμι.
«Συγγνώμη, Νίκο. Πρέπει να πάω σπίτι. Είμαι πολύ κουρασμένος. Τα λέμε αύριο.», έβαλε ταχύτητα και χάθηκε μέσα στη νύχτα.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2019

Κρίσεις πανικού.



Άφησε τις τσάντες με τα ψώνια στο δάπεδο κι έκατσε με φόρα πάνω στον καναπέ. 
"Ουφ.... σαν τον γάιδαρο κατάντησα.... Γιατί δεν κατεβάζω το καροτσάκι της λαϊκής δίπλα στο αυτοκίνητο, να ξεφορτώσω τα ψώνια του σούπερ μάρκετ και τα φορτώνομαι... ένας Θεός ξέρει.... Και δεν παίρνω και τον ανελκυστήρα! Από τις σκάλες τα ανεβάζω! Πάει τρελάθηκα....". 
Ο Χάρης έκανε πως δεν άκουγε. Συνέχισε να ασχολείται με το κινητό του, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Λες και δεν είχε γυρίσει η γυναίκα του στο σπίτι. 
Το μαξιλάρι ήρθε και προσγειώθηκε στο κεφάλι του με δύναμη, με αποτέλεσμα να το κοπανήσει πάνω στο τηλέφωνο, καθώς ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στον  άλλο καναπέ.
"Δεν ακούς που σου μιλάω;", του 'πε η Τούλα, με νεύρα.
Ο Χάρης σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Τι να της έλεγε, δηλαδή; Μήπως είχε ζητήσει τη βοήθειά του και δεν την είχε δώσει; Αλλά έτσι ήταν η Τούλα. Παρορμητική και άδικη.
"Και τι θες να σου πω; Πως έχεις δίκιο; Ε, λοιπόν έχεις! Και;", τη ρώτησε. 
"Δεν έχει και! Δεν ήρθες να με βοηθήσεις....", του 'ριχνε το φταίξιμο τώρα, γιατί είχε όρεξη για καυγά.
"Ε, δεν παλεύεσαι, ρε γυναίκα! Που να ξέρω πως πήγες για ψώνια; Μου το 'πες; Μου ζήτησες να σε βοηθήσω και δεν το έκανα; Τι θες τέλος πάντων για να καταλάβω;!", τώρα ήταν όρθιος και φώναζε. 
Είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή του. 
"Δεν σου το είπα, αλλά κι εσύ δεν αναρωτήθηκες: που λείπω τόση ώρα; Να πάρεις ένα τηλέφωνο! Να δεις.... που χάθηκα; Γιατί άργησα! Τίποτα! Πλήρης αδιαφορία, για το αν ζω ή πέθανα!!!!", τώρα φώναζε κι αυτή.
 "Ορίστε; Είσαι, χριστιανή μου, με τα καλά σου; Για ποιο λόγο να είμαι μέσα στην αγωνία; Αν συνέβαινε κάτι, θα έπαιρνες εσύ τηλέφωνο. Τι θα σου κόστιζε, δηλαδή, να κάνεις μια κλήση; Κι αν, ο μη γένοιτο, συνέβαινε κάτι πολύ κακό... Τότε σίγουρα, θα το μάθαινα πολύ γρήγορα.....", το τελευταίο το είπε επίτηδες για να την εξοργίσει ακόμη περισσότερο. 
"Εγώ φταίω που κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου! Εγώ φταίω που πήγα και ψώνισα για να έχεις Εσύ να φας...... και να σκάσεις, αναίσθητε!!!!!", του γύρισε την πλάτη και πήρε τις σακούλες να τακτοποιήσει τα πράγματα.
Για περίπου ένα τέταρτο, από την κουζίνα ακούγονταν να ανοίγουν και να κλείνουν, με δύναμη, συρτάρια, ντουλάπια, ψυγείο και η φωνή της, πνιχτή, που μουρμούριζε κάτι, για την αδικία που την έδερνε.
Ο Χάρης σταμάτησε να ασχολείται με το κινητό. Τα μηνύματα στη δουλειά μπορούσαν να περιμένουν. Η κατάσταση της Τούλας, όμως, δεν μπορούσε άλλο. Δεν έπαιρνε αναβολή.  
Η γυναίκα του είχε αλλάξει. Δεν ήταν αυτή που παντρεύτηκε πριν δεκαπέντε χρόνια. Όταν τη γνώρισε, στα τριάντα κάτι της, ήταν μια γυναίκα που ενώ είχε βγει από ένα δύσκολο διαζύγιο, ήταν η χαρά της ζωής. Δυναμική, μαχητική, με το χαμόγελο στα χείλη, έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Σαν να μην έζησε ποτέ ούτε μια στεναγχώρια. Που πήγε αυτό το κορίτσι;
Δεν την αναγνώριζε πια. Από τη μέρα που μπήκε σε αυτή την αναθεματισμένη κλιμακτήριο, η καθημερινότητά τους είχε γίνει βασανιστική. Ο μόνιμος εκνευρισμός της, δημιουργούσε προβλήματα. Δεν κοιμόταν καλά τα βράδια, ξυπνούσε ενδιάμεσα πέντε έξι φορές και το πρωί ήταν ένα θηρίο έτοιμο να κατασπαράξει τους πάντες. Ευτυχώς που έλειπε τις πρωινές ώρες στη δουλειά, αλλιώς θα είχαν, σίγουρα, σφαχτεί μέχρι τώρα. Φυσικά δεν την γλύτωνε μετά. Με το που έβαζε τα κλειδιά στην πόρτα για να μπει στο σπίτι, το μεσημέρι, ήδη τον είχε αρπάξει από τα μούτρα για κάτι εντελώς ασήμαντο. Έκανε σαν να μη γνώριζε ήδη πόσο κουραστική ήταν και η δική του μέρα. Εκείνο το φαγητό στο τραπέζι έμοιαζε να είναι, κάθε μπουκιά του, δηλητήριο.
"Αναθεματισμένες ορμόνες!", σκέφτηκε.
Έκαναν τη ζωή και των δυο μαρτύριο. 
Η Τούλα τελείωσε την τακτοποίηση των πραγμάτων και έβαλε να βράσει νερό να φτιάξει ένα καφέ. Κατά προτίμηση χωρίς καφεΐνη. 
Μόλις το νερό ήταν έτοιμο, το έριξε μέσα στο φλιτζάνι και κάθισε στο τραπέζι. Άναψε ένα τσιγάρο.
"Μα το Θεό, είσαι τρελή!", σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Ο καπνός βγήκε από τα πνευμόνια της δημιουργώντας ένα μικρό σύννεφο, μπροστά της, που διαλύθηκε αμέσως. Ήπιε μια γουλιά καφέ.
"Τι σου φταίει αυτός ο άνθρωπος, για να τον βασανίζεις;", η φωνή της λογικής είπε μες το κεφάλι της.
"Δεν φταίει αυτός που εσύ κοντεύεις τα πενήντα. Η φυσική εξέλιξη της ζωής είναι. Τι κι αν είσαι πιο κοντά στο αναπόφευκτο; Εδώ ήρθαμε με ημερομηνία λήξης. Κοίτα να χαίρεσαι την κάθε στιγμή που περνά και μην αναλώνεσαι σε πράγματα που δεν έχουν αξία! Άνθρωποι χάνονται κάθε δευτερόλεπτο σε όλο τον πλανήτη. Δεν κουβαλάς εσύ αυτό το βάρος στους ώμους σου. Μην ταυτίζεσαι.", συνέχισε η φωνή μέσα της.
"Προσπαθώ, αλλά δεν το καταφέρνω.", απάντησε στον εαυτό της.
"Σταμάτα να κλαίγεσαι!", πρόσταξε η φωνή.
"Σταμάτα να θεωρείς πως τίποτα δεν είναι σωστό. Μπορεί να ήταν η ζωή σου δύσκολη, αλλά αυτό δεν σου δίνει καμιά δικαιολογία. Για κανένα άνθρωπο δεν είναι. Ακόμα κι αυτών που είναι στρωμένη με ρόδα. Τα ρόδα έχουν αγκάθια. Αναπόφευκτα τα ρόδα θα τρυπήσουν τη σάρκα και θα τη ματώσουν. Όμως όλα περνάνε. Έρχεται η ώρα που οι πληγές επουλώνονται. Από τις ουλές που μένουν παίρνουν οι άνθρωποι δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσουν να ζουν. Δεν παραιτούνται από αυτό το θείο δώρο, όπως κάνεις εσύ αυτή τη στιγμή! Το μοναδικό σου πρόβλημα είναι οι ορμόνες σου. Κοίτα, με αυτές, τι θα κάνεις! Πρέπει να πας στον γιατρό σου!", συνέχισε ακάθεκτη.
Μάλιστα! Αυτό ήταν!  Οι ορμόνες που χόρευαν το χορό του Ζαλόγγου και την ωθούσαν στα άκρα. Την τελευταία φορά που πήγε στον γιατρό της για να την εξετάσει, την ρώτησε πως τα πήγαινε με τον ψυχολογικό παράγοντα. Θυμόταν πολύ καλά τι του είχε απαντήσει.
"Νομίζω πως δεν έχω πρόβλημα. Μπορώ να το διαχειριστώ.".
Τρομάρα της. Μεγαλύτερο ψέμα από αυτό, πια..... Υπήρχε η περίπτωση να βιώνει κρίσεις πανικού και να μην το γνωρίζει, της είχε πει, επίσης. 
"Κρίσεις πανικού.... ", μονολόγησε.
Είχε διαβάσει για δαύτες. Κάτι έλεγε για εφίδρωση, ταχυπαλμία, τάση λιποθυμίας, κοφτή αναπνοή κι άλλα τέτοια γραφικά. Εκείνη δεν είχε τέτοια. Ή μήπως είχε;   
Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και στράφηκε γρήγορα γρήγορα, να πάει στο σαλόνι να μιλήσει με τον Χάρη. Κοπάνησε πάνω του, επειδή κι εκείνος πήγαινε προς την κουζίνα. Έπεσε μέσα στην αγκαλιά του, εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας.

Παρασκευή 7 Ιουνίου 2019