Άφησε τον σάκο στο
πάτωμα, αμέσως μόλις μπήκε σπίτι κι οδήγησε, βαριά, τα βήματά του στην κουζίνα.
Άνοιξε το ψυγείο και κοίταξε μέσα. Ένα
πιάτο αποφάγια μαζί με το πιρούνι, τρεις φέτες ψωμί, σχεδόν μουχλιασμένες, ένα
βάζο ξινά αγγουράκια, από την εποχή του Νώε και μια εξάδα μπύρες.
Έβγαλε μια και ρούφηξε από το περιεχόμενό της,
με λαχτάρα. Έκλεισε το ψυγείο και μπήκε στο σαλόνι. Έκατσε στον καναπέ με φόρα
και έσυρε το ελεύθερο χέρι του πάνω στο τραπέζι, για να κάνει χώρο. Το κουτί
της πίτσας έπεσε στο πάτωμα, δυο άδεια κουτιά μπύρας και οι χαρτοπετσέτες.
Έβαλε τα πόδια στο σημείο που καθάρισε κι έγειρε το κεφάλι πίσω κλείνοντας τα
μάτια του, κρατώντας ακόμα την μπύρα στο χέρι του.
Επιτέλους η μέρα είχε
τελειώσει.
Άνοιξε τα μάτια, γιατί
κάτι τον ενοχλούσε. Με κόπο σήκωσε το κεφάλι του, γιατί ο σβέρκος του ήταν
πιασμένος. Το φως στο δωμάτιο είχε εξαφανιστεί. Έκανε να σηκωθεί και τότε
κατάλαβε. Είχε χυθεί η μπύρα στον καναπέ και ήταν μούσκεμα.
«Γαμώτο!».
Έβαλε το κουτί πάνω στο
τραπέζι κι άναψε το φως. Δίπλα σε μια παλιότερη κηλίδα, δέσποζε μια νέα. Η
δεξιά πλευρά του παντελονιού του, μούσκεμα κι αυτή.
Η μυρωδιά του έφερε
αηδία. Μπήκε στο μπάνιο να πλυθεί, να αλλάξει και να πέσει για ύπνο. Η επομένη,
ήταν η μέρα της καθαρίστριας. Όχι πως είχε καμιά σημασία. Εξάλλου, από τότε που
έφυγε η Ελένη, τίποτα πια δεν ήταν το ίδιο.
Ξάπλωσε στο διπλό
κρεβάτι, πάνω στα σεντόνια που είχαν μια εβδομάδα να αλλαχτούν κι ο ύπνος ήρθε
χωρίς να το καταλάβει, τραβώντας τον στην χώρα των ονείρων, εκεί, που υπάρχει
άλλη ζωή, τόσο ζωντανή που σε μπερδεύει όταν ξυπνάς και κάνεις ώρα να
συνειδητοποιήσεις τι είναι πραγματικό και τι όχι.
«Άγη, πιάσε το μοχλό και
τράβα τον! Άγη, τώρα! Πέφτουμε….. Άγη!», μια φωνή ερχόταν βαθιά μέσα στο κεφάλι
του.
Το επαναλαμβανόμενο
τράνταγμα τον έφερε στα συγκαλά του και τράβηξε τον μοχλό με όλη του τη δύναμη.
Τα λαμπάκια μπροστά του αναβόσβηναν. Προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον πύργο
ελέγχου, αλλά μάταια. Δεν τους άκουγε κανείς. Το σκάφος υψώθηκε για λίγο, αλλά
βούτηξε ξανά τη μούρη του προς τα κάτω.
«Θα κάνουμε αναγκαστική
προσγείωση, δεν έχουμε άλλη επιλογή!», είπε στον συνάδελφό του και προσπάθησε
να ανακτήσει, όσο μπορούσε, τον έλεγχο.
Το μόνο που κατάφερε ήταν
να κατεβάσει τις ρόδες. Δεν είχαν κολλήσει, αλλά το έδαφος από κάτω τους ήταν
αμμώδες. Ενώ δεν ήταν ιδιαίτερα θρησκευόμενος άνθρωπος, θυμήθηκε μια μικρή
προσευχή που έλεγε καμιά φορά η γιαγιά του πριν πάει για ύπνο και την είπε από
μέσα του.
Τα υπόλοιπα που συνέβησαν
εκτυλίχθηκαν σαν ταινία σε αργή κίνηση. Η άτρακτος του σκάφους προσέκρουσε με
δύναμη πάνω στην άμμο και εξαιτίας της ταχύτητας, συνέχισε την διαδρομή της για
αρκετά μεγάλο διάστημα, έως ότου, από την τριβή και τον τεράστιο αμμόλοφο που
βρέθηκε στο διάβα τους, σταμάτησε, σηκώνοντας σκόνη και άμμο που κάλυψε, σχεδόν,
ολόκληρο το αεροπλάνο.
Ο Νίκος έλυσε τις ζώνες
ασφαλείας, έβγαλε το κράνος, σηκώθηκε πετώντας το στο κάθισμα και βούτηξε τον
Άγη από τον γιακά της στολής του.
«Είσαι ηλίθιος, ρε! Αν
ήταν πραγματικές συνθήκες αυτές θα μας είχες σκοτώσει, παλιο…..», όρθωσε την
γροθιά του να τον κοπανίσει στα μούτρα, αλλά τον πρόλαβε ένας συνάδελφος που
είχε ήδη ανέβει στον προσομοιωτή και τον τράβηξε πίσω.
«Ηρέμησε, Νίκο!
Ηρέμησε!», του είπε.
«Τι λες κι εσύ τώρα, ρε!
Δεν είδες τι έκανε;», τίναξε με δύναμη τα χέρια και το κορμί του για να
αποδεσμευτεί.
«Έχεις δίκιο…. Δεν αξίζει
τον κόπο! Ο τύπος είναι ξοφλημένος! Εγώ μαζί του δεν ξαναπάω!», είπε και βγήκε
οργισμένος από εκεί.
Ο Άγης τα είχε χαμένα.
Δεν είχε καταλάβει τι ακριβώς είχε συμβεί. Την μια στιγμή ήταν στο σπίτι του
και την άλλη……
Πήρε τα πράγματά του από
το φωριαμό, άφησε τη στολή και το κράνος και βγήκε στην είσοδο του στρατοπέδου.
Ο Νίκος τον πλησίασε κι
από ένστικτο έκανε ένα βήμα πίσω.
«Μη φεύγεις. Να σου πω
θέλω.», πήγε πιο κοντά.
«Συγγνώμη για εκεί μέσα….
ήμουν εκνευρισμένος. Αλλά κι εσύ βρε μ…., είναι η δεύτερη φορά που το κάνεις.
Δεν εννοείς να την περάσεις την πίστα με τίποτα. Τι σκατά παθαίνεις και κολλάς
κάθε φορά στο ίδιο σημείο;», η μεταμέλεια ήταν έκδηλη στη φωνή του.
Ο Άγης για πρώτη φορά εδώ
και λίγη ώρα είχε κάπως ανακτήσει τον εαυτό του. Όχι εντελώς. Κοίταξε τον
συνάδελφο και φίλο του στα μάτια, χωρίς να έχει κάποια εξήγηση να του δώσει.
«Δεν ξέρω να σου πω. Τι
μια στιγμή είμαι εδώ….. την άλλη εκεί….», είπε χωρίς να συνεχίσει.
«Εντάξει… πάμε για κανένα
ποτό και συνεχίζουμε την κουβέντα μας στο μπαρ, γιατί αν πάμε σπίτια μας…. η
γκρίνια δεν θα μας αφήσει να χαλαρώσουμε.», είπε γελώντας.
«Τι εννοείς;», σήκωσε τα
φρύδια του ο Άγης.
«Είχαμε δυο μέρες
υπηρεσία, ξέχασες; Ούτε η Νάντια είναι συγκαταβατική ούτε η Έλενα, με την
δουλειά μας…. Κολλητές γαρ, θα μας ψήσουν το ψάρι στα χείλη, αν δεν τις πάμε
στο εμπορικό κέντρο για ψώνια και σινεμά, το Σαββατοκύριακο!», έβαλε το μπράτσο
του στο ώμο του Άγη και τον πήγε έτσι, μέχρι το πάρκινγκ των αυτοκινήτων.
Στο μπαρ, ο Νίκος ήταν
λαλίστατος, σε αντίθεση με τον Άγη. Έπινε το ποτό του, γέλαγε και πείραζε τον
μπάρμαν.
«Τι θα γίνει με σένα;
Λέξη δε σταύρωσες από την ώρα που ήρθαμε.», του είπε κοιτάζοντάς τον σοβαρά.
«Τι θες να πω;», ήπιε μια
γουλιά από το ουίσκι που είχε μπροστά του.
«Καλά θα ήταν να αρχίσεις
από τη στιγμή που άρχισες να χάνεις τον έλεγχο του αεροπλάνου….».
«Σου είπα! Δεν ξέρω! Δεν
κατάλαβα…. Σαν να μην ήμουν εκεί από την αρχή….. σαν να ήμουν κάπου αλλού….»,
σταμάτησε.
«Μου φαίνεται άρχισες να
γερνάς, φίλε μου! Η άνοια σου χτυπά την πόρτα. Να το προσέξεις αυτό….», ξέσπασε
σε γέλια.
Ο Άγης δεν του έδωσε
σημασία. Έτσι ήταν ο Νικόλας. Δεν έπαιρνε ποτέ, τίποτα στα σοβαρά. Η ζωή ήταν
απλή γι’ αυτόν. Δουλειά, διασκέδαση, οικογένεια και πάλι από την αρχή, με αυτή
ακριβώς τη σειρά, για να μη χαλάσει τη συνταγή.
Για τον ίδιο, όμως, τα
πράγματα ήταν σοβαρά. Αν όντως ήταν θέμα υγείας, θα έπρεπε να απευθυνθεί
κάπου….. Αλλά που; Θα επηρέαζε αυτό την
καριέρα του στον στρατό, ως πιλότου; Και τι θα έκανε που είχε γυναίκα και
παιδιά;
Τέλειωσε το ποτό του,
πλήρωσε και κατευθύνθηκε προς την έξοδο του μπαρ.
«Εεεεε, που πας;
Περίμενε!!!», άκουσε τον Νίκο να του φωνάζει, αλλά δεν σταμάτησε.
Βγήκε, πήγε στο
αυτοκίνητο και καθώς έβαζε μπροστά τη μηχανή, ο Νίκος του χτύπησε το τζάμι.
«Έτσι θα φύγεις; Χωρίς να
πεις τίποτα; Ούτε ένα γεια;», τον ρώτησε.
Ο Άγης κατέβασε το τζάμι.
«Συγγνώμη, Νίκο. Πρέπει
να πάω σπίτι. Είμαι πολύ κουρασμένος. Τα λέμε αύριο.», έβαλε ταχύτητα και
χάθηκε μέσα στη νύχτα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου