"Ουφ.... σαν τον γάιδαρο κατάντησα.... Γιατί δεν κατεβάζω το καροτσάκι της λαϊκής δίπλα στο αυτοκίνητο, να ξεφορτώσω τα ψώνια του σούπερ μάρκετ και τα φορτώνομαι... ένας Θεός ξέρει.... Και δεν παίρνω και τον ανελκυστήρα! Από τις σκάλες τα ανεβάζω! Πάει τρελάθηκα....".
Ο Χάρης έκανε πως δεν άκουγε. Συνέχισε να ασχολείται με το κινητό του, σαν να μην συνέβαινε τίποτα. Λες και δεν είχε γυρίσει η γυναίκα του στο σπίτι.
Το μαξιλάρι ήρθε και προσγειώθηκε στο κεφάλι του με δύναμη, με αποτέλεσμα να το κοπανήσει πάνω στο τηλέφωνο, καθώς ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα στον άλλο καναπέ.
"Δεν ακούς που σου μιλάω;", του 'πε η Τούλα, με νεύρα.
Ο Χάρης σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Τι να της έλεγε, δηλαδή; Μήπως είχε ζητήσει τη βοήθειά του και δεν την είχε δώσει; Αλλά έτσι ήταν η Τούλα. Παρορμητική και άδικη.
"Και τι θες να σου πω; Πως έχεις δίκιο; Ε, λοιπόν έχεις! Και;", τη ρώτησε.
"Δεν έχει και! Δεν ήρθες να με βοηθήσεις....", του 'ριχνε το φταίξιμο τώρα, γιατί είχε όρεξη για καυγά.
"Ε, δεν παλεύεσαι, ρε γυναίκα! Που να ξέρω πως πήγες για ψώνια; Μου το 'πες; Μου ζήτησες να σε βοηθήσω και δεν το έκανα; Τι θες τέλος πάντων για να καταλάβω;!", τώρα ήταν όρθιος και φώναζε.
Είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή του.
"Δεν σου το είπα, αλλά κι εσύ δεν αναρωτήθηκες: που λείπω τόση ώρα; Να πάρεις ένα τηλέφωνο! Να δεις.... που χάθηκα; Γιατί άργησα! Τίποτα! Πλήρης αδιαφορία, για το αν ζω ή πέθανα!!!!", τώρα φώναζε κι αυτή.
"Ορίστε; Είσαι, χριστιανή μου, με τα καλά σου; Για ποιο λόγο να είμαι μέσα στην αγωνία; Αν συνέβαινε κάτι, θα έπαιρνες εσύ τηλέφωνο. Τι θα σου κόστιζε, δηλαδή, να κάνεις μια κλήση; Κι αν, ο μη γένοιτο, συνέβαινε κάτι πολύ κακό... Τότε σίγουρα, θα το μάθαινα πολύ γρήγορα.....", το τελευταίο το είπε επίτηδες για να την εξοργίσει ακόμη περισσότερο.
"Εγώ φταίω που κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου! Εγώ φταίω που πήγα και ψώνισα για να έχεις Εσύ να φας...... και να σκάσεις, αναίσθητε!!!!!", του γύρισε την πλάτη και πήρε τις σακούλες να τακτοποιήσει τα πράγματα.
Για περίπου ένα τέταρτο, από την κουζίνα ακούγονταν να ανοίγουν και να κλείνουν, με δύναμη, συρτάρια, ντουλάπια, ψυγείο και η φωνή της, πνιχτή, που μουρμούριζε κάτι, για την αδικία που την έδερνε.
Ο Χάρης σταμάτησε να ασχολείται με το κινητό. Τα μηνύματα στη δουλειά μπορούσαν να περιμένουν. Η κατάσταση της Τούλας, όμως, δεν μπορούσε άλλο. Δεν έπαιρνε αναβολή.
Η γυναίκα του είχε αλλάξει. Δεν ήταν αυτή που παντρεύτηκε πριν δεκαπέντε χρόνια. Όταν τη γνώρισε, στα τριάντα κάτι της, ήταν μια γυναίκα που ενώ είχε βγει από ένα δύσκολο διαζύγιο, ήταν η χαρά της ζωής. Δυναμική, μαχητική, με το χαμόγελο στα χείλη, έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Σαν να μην έζησε ποτέ ούτε μια στεναγχώρια. Που πήγε αυτό το κορίτσι;
Δεν την αναγνώριζε πια. Από τη μέρα που μπήκε σε αυτή την αναθεματισμένη κλιμακτήριο, η καθημερινότητά τους είχε γίνει βασανιστική. Ο μόνιμος εκνευρισμός της, δημιουργούσε προβλήματα. Δεν κοιμόταν καλά τα βράδια, ξυπνούσε ενδιάμεσα πέντε έξι φορές και το πρωί ήταν ένα θηρίο έτοιμο να κατασπαράξει τους πάντες. Ευτυχώς που έλειπε τις πρωινές ώρες στη δουλειά, αλλιώς θα είχαν, σίγουρα, σφαχτεί μέχρι τώρα. Φυσικά δεν την γλύτωνε μετά. Με το που έβαζε τα κλειδιά στην πόρτα για να μπει στο σπίτι, το μεσημέρι, ήδη τον είχε αρπάξει από τα μούτρα για κάτι εντελώς ασήμαντο. Έκανε σαν να μη γνώριζε ήδη πόσο κουραστική ήταν και η δική του μέρα. Εκείνο το φαγητό στο τραπέζι έμοιαζε να είναι, κάθε μπουκιά του, δηλητήριο.
"Αναθεματισμένες ορμόνες!", σκέφτηκε.
Έκαναν τη ζωή και των δυο μαρτύριο.
Η Τούλα τελείωσε την τακτοποίηση των πραγμάτων και έβαλε να βράσει νερό να φτιάξει ένα καφέ. Κατά προτίμηση χωρίς καφεΐνη.
Μόλις το νερό ήταν έτοιμο, το έριξε μέσα στο φλιτζάνι και κάθισε στο τραπέζι. Άναψε ένα τσιγάρο.
"Μα το Θεό, είσαι τρελή!", σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Ο καπνός βγήκε από τα πνευμόνια της δημιουργώντας ένα μικρό σύννεφο, μπροστά της, που διαλύθηκε αμέσως. Ήπιε μια γουλιά καφέ.
"Τι σου φταίει αυτός ο άνθρωπος, για να τον βασανίζεις;", η φωνή της λογικής είπε μες το κεφάλι της.
"Δεν φταίει αυτός που εσύ κοντεύεις τα πενήντα. Η φυσική εξέλιξη της ζωής είναι. Τι κι αν είσαι πιο κοντά στο αναπόφευκτο; Εδώ ήρθαμε με ημερομηνία λήξης. Κοίτα να χαίρεσαι την κάθε στιγμή που περνά και μην αναλώνεσαι σε πράγματα που δεν έχουν αξία! Άνθρωποι χάνονται κάθε δευτερόλεπτο σε όλο τον πλανήτη. Δεν κουβαλάς εσύ αυτό το βάρος στους ώμους σου. Μην ταυτίζεσαι.", συνέχισε η φωνή μέσα της.
"Προσπαθώ, αλλά δεν το καταφέρνω.", απάντησε στον εαυτό της.
"Σταμάτα να κλαίγεσαι!", πρόσταξε η φωνή.
"Σταμάτα να θεωρείς πως τίποτα δεν είναι σωστό. Μπορεί να ήταν η ζωή σου δύσκολη, αλλά αυτό δεν σου δίνει καμιά δικαιολογία. Για κανένα άνθρωπο δεν είναι. Ακόμα κι αυτών που είναι στρωμένη με ρόδα. Τα ρόδα έχουν αγκάθια. Αναπόφευκτα τα ρόδα θα τρυπήσουν τη σάρκα και θα τη ματώσουν. Όμως όλα περνάνε. Έρχεται η ώρα που οι πληγές επουλώνονται. Από τις ουλές που μένουν παίρνουν οι άνθρωποι δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσουν να ζουν. Δεν παραιτούνται από αυτό το θείο δώρο, όπως κάνεις εσύ αυτή τη στιγμή! Το μοναδικό σου πρόβλημα είναι οι ορμόνες σου. Κοίτα, με αυτές, τι θα κάνεις! Πρέπει να πας στον γιατρό σου!", συνέχισε ακάθεκτη.
Μάλιστα! Αυτό ήταν! Οι ορμόνες που χόρευαν το χορό του Ζαλόγγου και την ωθούσαν στα άκρα. Την τελευταία φορά που πήγε στον γιατρό της για να την εξετάσει, την ρώτησε πως τα πήγαινε με τον ψυχολογικό παράγοντα. Θυμόταν πολύ καλά τι του είχε απαντήσει.
"Νομίζω πως δεν έχω πρόβλημα. Μπορώ να το διαχειριστώ.".
Τρομάρα της. Μεγαλύτερο ψέμα από αυτό, πια..... Υπήρχε η περίπτωση να βιώνει κρίσεις πανικού και να μην το γνωρίζει, της είχε πει, επίσης.
"Κρίσεις πανικού.... ", μονολόγησε.
Είχε διαβάσει για δαύτες. Κάτι έλεγε για εφίδρωση, ταχυπαλμία, τάση λιποθυμίας, κοφτή αναπνοή κι άλλα τέτοια γραφικά. Εκείνη δεν είχε τέτοια. Ή μήπως είχε;
Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και στράφηκε γρήγορα γρήγορα, να πάει στο σαλόνι να μιλήσει με τον Χάρη. Κοπάνησε πάνω του, επειδή κι εκείνος πήγαινε προς την κουζίνα. Έπεσε μέσα στην αγκαλιά του, εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας.
"Ε, δεν παλεύεσαι, ρε γυναίκα! Που να ξέρω πως πήγες για ψώνια; Μου το 'πες; Μου ζήτησες να σε βοηθήσω και δεν το έκανα; Τι θες τέλος πάντων για να καταλάβω;!", τώρα ήταν όρθιος και φώναζε.
Είχε καταφέρει να τραβήξει την προσοχή του.
"Δεν σου το είπα, αλλά κι εσύ δεν αναρωτήθηκες: που λείπω τόση ώρα; Να πάρεις ένα τηλέφωνο! Να δεις.... που χάθηκα; Γιατί άργησα! Τίποτα! Πλήρης αδιαφορία, για το αν ζω ή πέθανα!!!!", τώρα φώναζε κι αυτή.
"Ορίστε; Είσαι, χριστιανή μου, με τα καλά σου; Για ποιο λόγο να είμαι μέσα στην αγωνία; Αν συνέβαινε κάτι, θα έπαιρνες εσύ τηλέφωνο. Τι θα σου κόστιζε, δηλαδή, να κάνεις μια κλήση; Κι αν, ο μη γένοιτο, συνέβαινε κάτι πολύ κακό... Τότε σίγουρα, θα το μάθαινα πολύ γρήγορα.....", το τελευταίο το είπε επίτηδες για να την εξοργίσει ακόμη περισσότερο.
"Εγώ φταίω που κάθομαι και ασχολούμαι μαζί σου! Εγώ φταίω που πήγα και ψώνισα για να έχεις Εσύ να φας...... και να σκάσεις, αναίσθητε!!!!!", του γύρισε την πλάτη και πήρε τις σακούλες να τακτοποιήσει τα πράγματα.
Για περίπου ένα τέταρτο, από την κουζίνα ακούγονταν να ανοίγουν και να κλείνουν, με δύναμη, συρτάρια, ντουλάπια, ψυγείο και η φωνή της, πνιχτή, που μουρμούριζε κάτι, για την αδικία που την έδερνε.
Ο Χάρης σταμάτησε να ασχολείται με το κινητό. Τα μηνύματα στη δουλειά μπορούσαν να περιμένουν. Η κατάσταση της Τούλας, όμως, δεν μπορούσε άλλο. Δεν έπαιρνε αναβολή.
Η γυναίκα του είχε αλλάξει. Δεν ήταν αυτή που παντρεύτηκε πριν δεκαπέντε χρόνια. Όταν τη γνώρισε, στα τριάντα κάτι της, ήταν μια γυναίκα που ενώ είχε βγει από ένα δύσκολο διαζύγιο, ήταν η χαρά της ζωής. Δυναμική, μαχητική, με το χαμόγελο στα χείλη, έτοιμη να κατακτήσει τον κόσμο. Σαν να μην έζησε ποτέ ούτε μια στεναγχώρια. Που πήγε αυτό το κορίτσι;
Δεν την αναγνώριζε πια. Από τη μέρα που μπήκε σε αυτή την αναθεματισμένη κλιμακτήριο, η καθημερινότητά τους είχε γίνει βασανιστική. Ο μόνιμος εκνευρισμός της, δημιουργούσε προβλήματα. Δεν κοιμόταν καλά τα βράδια, ξυπνούσε ενδιάμεσα πέντε έξι φορές και το πρωί ήταν ένα θηρίο έτοιμο να κατασπαράξει τους πάντες. Ευτυχώς που έλειπε τις πρωινές ώρες στη δουλειά, αλλιώς θα είχαν, σίγουρα, σφαχτεί μέχρι τώρα. Φυσικά δεν την γλύτωνε μετά. Με το που έβαζε τα κλειδιά στην πόρτα για να μπει στο σπίτι, το μεσημέρι, ήδη τον είχε αρπάξει από τα μούτρα για κάτι εντελώς ασήμαντο. Έκανε σαν να μη γνώριζε ήδη πόσο κουραστική ήταν και η δική του μέρα. Εκείνο το φαγητό στο τραπέζι έμοιαζε να είναι, κάθε μπουκιά του, δηλητήριο.
"Αναθεματισμένες ορμόνες!", σκέφτηκε.
Έκαναν τη ζωή και των δυο μαρτύριο.
Η Τούλα τελείωσε την τακτοποίηση των πραγμάτων και έβαλε να βράσει νερό να φτιάξει ένα καφέ. Κατά προτίμηση χωρίς καφεΐνη.
Μόλις το νερό ήταν έτοιμο, το έριξε μέσα στο φλιτζάνι και κάθισε στο τραπέζι. Άναψε ένα τσιγάρο.
"Μα το Θεό, είσαι τρελή!", σκέφτηκε και κοίταξε έξω από το παράθυρο.
Ο καπνός βγήκε από τα πνευμόνια της δημιουργώντας ένα μικρό σύννεφο, μπροστά της, που διαλύθηκε αμέσως. Ήπιε μια γουλιά καφέ.
"Τι σου φταίει αυτός ο άνθρωπος, για να τον βασανίζεις;", η φωνή της λογικής είπε μες το κεφάλι της.
"Δεν φταίει αυτός που εσύ κοντεύεις τα πενήντα. Η φυσική εξέλιξη της ζωής είναι. Τι κι αν είσαι πιο κοντά στο αναπόφευκτο; Εδώ ήρθαμε με ημερομηνία λήξης. Κοίτα να χαίρεσαι την κάθε στιγμή που περνά και μην αναλώνεσαι σε πράγματα που δεν έχουν αξία! Άνθρωποι χάνονται κάθε δευτερόλεπτο σε όλο τον πλανήτη. Δεν κουβαλάς εσύ αυτό το βάρος στους ώμους σου. Μην ταυτίζεσαι.", συνέχισε η φωνή μέσα της.
"Προσπαθώ, αλλά δεν το καταφέρνω.", απάντησε στον εαυτό της.
"Σταμάτα να κλαίγεσαι!", πρόσταξε η φωνή.
"Σταμάτα να θεωρείς πως τίποτα δεν είναι σωστό. Μπορεί να ήταν η ζωή σου δύσκολη, αλλά αυτό δεν σου δίνει καμιά δικαιολογία. Για κανένα άνθρωπο δεν είναι. Ακόμα κι αυτών που είναι στρωμένη με ρόδα. Τα ρόδα έχουν αγκάθια. Αναπόφευκτα τα ρόδα θα τρυπήσουν τη σάρκα και θα τη ματώσουν. Όμως όλα περνάνε. Έρχεται η ώρα που οι πληγές επουλώνονται. Από τις ουλές που μένουν παίρνουν οι άνθρωποι δύναμη και κουράγιο για να συνεχίσουν να ζουν. Δεν παραιτούνται από αυτό το θείο δώρο, όπως κάνεις εσύ αυτή τη στιγμή! Το μοναδικό σου πρόβλημα είναι οι ορμόνες σου. Κοίτα, με αυτές, τι θα κάνεις! Πρέπει να πας στον γιατρό σου!", συνέχισε ακάθεκτη.
Μάλιστα! Αυτό ήταν! Οι ορμόνες που χόρευαν το χορό του Ζαλόγγου και την ωθούσαν στα άκρα. Την τελευταία φορά που πήγε στον γιατρό της για να την εξετάσει, την ρώτησε πως τα πήγαινε με τον ψυχολογικό παράγοντα. Θυμόταν πολύ καλά τι του είχε απαντήσει.
"Νομίζω πως δεν έχω πρόβλημα. Μπορώ να το διαχειριστώ.".
Τρομάρα της. Μεγαλύτερο ψέμα από αυτό, πια..... Υπήρχε η περίπτωση να βιώνει κρίσεις πανικού και να μην το γνωρίζει, της είχε πει, επίσης.
"Κρίσεις πανικού.... ", μονολόγησε.
Είχε διαβάσει για δαύτες. Κάτι έλεγε για εφίδρωση, ταχυπαλμία, τάση λιποθυμίας, κοφτή αναπνοή κι άλλα τέτοια γραφικά. Εκείνη δεν είχε τέτοια. Ή μήπως είχε;
Σηκώθηκε απότομα από την καρέκλα και στράφηκε γρήγορα γρήγορα, να πάει στο σαλόνι να μιλήσει με τον Χάρη. Κοπάνησε πάνω του, επειδή κι εκείνος πήγαινε προς την κουζίνα. Έπεσε μέσα στην αγκαλιά του, εκεί, στο άνοιγμα της πόρτας.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου