Έπιασε το πόμολο της
εξώπορτας και το κατέβασε, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. Το φωτάκι ήταν κόκκινο….
Στην κάρτα δεν υπήρχαν άλλα χρήματα.
Εγκλωβισμένη στο ίδιο της
το σπίτι….
Γύρισε στο σαλόνι και
κάθισε στον καναπέ. Έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες της και ξέσπασε σε
λυγμούς. Στο ψυγείο δεν είχε σχεδόν τίποτα. Μισό ψωμί, δυο αβγά κι ένα μαρούλι.
Στο ντουλάπι της κουζίνας, τρεις κονσέρβες με τόνο και μια με φασόλια. Θα μπορούσε
να περάσει κανά δυο μέρες. Και μετά τι;
Το επίδομα αργούσε.
Διακόσια ευρώ έδινε η κυβέρνηση στους νέους που δεν έβρισκαν δουλειά και ήταν
καταγεγραμμένοι στους καταλόγους. Την τελευταία στιγμή είχε καταφέρει να κάνει
την αίτηση. Μόλις την προηγούμενη μέρα εγκρίθηκε. Η πρώτη πληρωμή θα γίνονταν
στις 23 και σήμερα είχε 9. Μέχρι τότε τι θα έκανε; Δεν είχε κανέναν άνθρωπο
στον κόσμο για να τη βοηθήσει.
Ο πατέρας της, η
παρηγοριά της, πέθανε πριν λίγους μήνες από επιπλοκές μετά τη δεύτερη δόση του
εμβολίου. Το εμβόλιο που θα τον έσωζε από τον φονικό ιό, τον έστειλε νωρίτερα.
Και η ίδια το ‘χε κάνει. Και τις δυο δόσεις, αλλά μάλλον έφταιγε το νεαρό της
ηλικίας της και δεν είχε προβλήματα, εκτός από ένα μικρό πρήξιμο στον ώμο και
κάτι δέκατα.
Ό,τι χρήματα είχαν στον
κοινό τους λογαριασμό, χρησιμοποιήθηκαν για την αποτέφρωση. Ναι, αποτέφρωση,
γιατί τελευταία, οι κυβερνώντες διατείνονταν, πως μόνο με την αποτέφρωση
περιορίζονταν η εξάπλωση των μεταλλάξεων του ιού. Γι’ αυτό και η θυρίδα της
κάρτας στην εξώπορτα. Έβγαινες με χρονοδιάγραμμα. Όσα λεφτά έβαζες, τόση ώρα
μπορούσες να λείψεις. Με τον απαραίτητο εξοπλισμό. Γάντια, γυαλιά, μάσκα,
γαλότσες….. και απαραιτήτως μαζί σου τον αισθητήρα…..για να μην πλησιάσεις
κανέναν σε λιγότερο από τα δυο μέτρα, εκτός από τους συγγενείς. Πως γίνονταν
αυτό; Ο αισθητήρας μπορούσε να καταλαβαίνει από την έκκριση των αδένων των
ανθρώπων, αν είχαν το ίδιο DNA.
Όπως οι σκύλοι καταλάβαιναν τον φόβο από την μυρωδιά που εξέπεμπαν, έτσι και
αυτός. Σε αυτή την ιδιότητα βασίστηκαν οι επιστήμονες. Ένα από τα μεγαλύτερα
επιτεύγματα της εποχής, μαζί με τόσα άλλα….
Το στόμα της ξεράθηκε από
τα αναφιλητά. Με μάτια θολά και κόκκινα από τα δάκρυα, σηκώθηκε να πάει στην
κουζίνα για λίγο νερό και σκόνταψε στην πολυθρόνα χτυπώντας τα δάχτυλα του
ποδιού της. Μια βρισιά βγήκε από το στόμα της και ξανά άρχισε να κλαίει, αυτή
τη φορά από τον πόνο. Κουτσαίνοντας έφτασε στη βρύση και γέμισε την κούπα που
ήταν ήδη στον νεροχύτη. Ήπιε με λαχτάρα. Το νερό ήταν δροσερό και το ένιωσε να
κατεβαίνει στο στομάχι της. Αυτό την ανακούφισε, κάπως.
Ακούμπησε το φλιτζάνι
στον πάγκο και άνοιξε το ψυγείο, με την ελπίδα να ήταν γεμάτο. Η εικόνα την
έφερε σε κατάσταση πανικού. Άρχισε να αναπνέει με δυσκολία. Μια πέτρα πίεζε το
στέρνο της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και κρύος ιδρώτας την έλουσε.
Έσκυψε πιο κοντά στην ανοιχτή πόρτα του ψυγείου, ανασαίνοντας βαριά. Έκλεισε τα
μάτια και προσπάθησε να εκλογικεύσει την κατάσταση. Δεν πέθαινε. Τουλάχιστον,
όχι ακόμη. Κρίση πανικού, ήταν. Θα περνούσε σε λίγα λεπτά. Λεπτά, που τη
δεδομένη στιγμή, φάνταζαν αιώνες.
Ξάπλωσε εκεί, μπροστά στο
ανοιχτό ψυγείο, με τα μάτια ακόμα κλειστά και τις ζοφερές σκέψεις να συνθλίβουν
το μυαλό της.
«Θα πεθάνω! Τώρα! Εδώ!
Μόνη μου! Βοήθεια, κάποιος…».
Αλλά ποιος; Δεν υπήρχε κανείς.
Η πολυκατοικία που ζούσε ήταν ένα ερείπιο με κανά δυο άλλους ενοίκους. Έναν
ναρκομανή, στο ισόγειο, που μπορούσε να πηδήξει από το μπαλκόνι, ό,τι ώρα
ήθελε, γιατί είχε ξεχαρβαλώσει τα κάγκελα του μπαλκονιού και μια σκατόγρια στον
τρίτο, που κάθε φορά που τον έβλεπε να το κάνει, έφερνε την αστυνομία.
Φυσικά και είχαν προνόμια
οι καταδότες. Από περισσότερο χρόνο εξόδου έως και τριακόσια ευρώ στον
λογαριασμό τους. Μια περιουσία είχε κάνει η παλιόγρια εξαιτίας του. Έδινε
στεγνά και τους γείτονες, από την απέναντι πολυκατοικία, αλλά οι δυο
οικογένειες και το ζευγάρι που ζούσαν εκεί, γνώριζαν τι έκανε και τις
περισσότερες φορές ήταν τυπικοί.
Για ένα τελείως παράξενο
λόγο, που η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει, δεν είχε καταγγείλει ποτέ ούτε αυτή
ούτε τον πατέρα της. Υπήρξαν φορές που θα μπορούσε να το κάνει. Μια φορά,
μάλιστα, είχε φοβηθεί πάρα πολύ όταν ο πατέρας της είχε παραβιάσει την εξώπορτα
και μια ολόκληρη εβδομάδα δεν χρησιμοποιούσαν την κάρτα. Από σπόντα τους
έπιασαν, σε έναν τυπικό έλεγχο που έκανε η τράπεζα, κατά καιρούς. Ανά
διαστήματα, όταν ψώνιζε κάποιος από κατάστημα έξω από το σπίτι έβλεπαν πόσο
χρόνο χρεώθηκε για την έξοδό του.
Το πρόστιμο τους κόστισε
πεντακόσια ευρώ, μόνο για εκείνη τη μέρα. Ισχυρίστηκαν πως το μηχάνημα έπαθε
εμπλοκή και η πόρτα άνοιξε μόνη της…. Αν τους πίστεψαν; Όχι, φυσικά. Ρώτησαν
την γριά…. Κανείς από αυτούς δεν πατούσε ποτέ το πόδι του στην δική τους μεριά
της πόλης. Με τηλεδιάσκεψη έγινε η δουλειά. Το τι είπε ή όχι κανείς δεν ήξερε
στα σίγουρα. Τις επόμενες μέρες, έφερε ο πατέρας της έναν χακερά που γνώριζε
πως να επιδιορθώσει την θυρίδα χωρίς να το καταλάβει η τράπεζα και γύρισαν ξανά
στους παλιούς ρυθμούς. Το θέμα έκλεισε εκεί.
Οι παλμοί άρχισαν να
καταλαγιάζουν και η αναπνοή της γύρισε στο φυσιολογικό. Άνοιξε τα μάτια της και
κοίταξε το ταβάνι. Κομμάτια από χρώμα, κρέμονταν έτοιμα να πέσουν. Στην δεξιά
γωνιά του δέσποζε μια μαυρίλα από υγρασία, που κατέβαινε πίσω από τα ντουλάπια.
Η απαίσια μυρωδιά χτυπούσε τα ρουθούνια της κάθε φορά που τα άνοιγε για να
πάρει κάτι.
Σηκώθηκε σιγά-σιγά για να
καταλαγιάσει την σκοτοδίνη που αισθανόταν κι έκλεισε την πόρτα του ψυγείου. Θα
προσπαθούσε να κρατήσει την πείνα της μέχρι το απόγευμα. Αν προσπερνούσε
γεύματα, ίσως η τροφή έφτανε για καμιά μέρα παραπάνω. Κατευθύνθηκε στην
κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσε στα λερωμένα σεντόνια, που λεφτά για απορρυπαντικό, πήρε
το ξεθωριασμένο βιβλίο στα χέρια της και χάθηκε για λίγο, μέσα στις
κιτρινισμένες σελίδες του. Χωρίς να το καταλάβει, την πήρε ο ύπνος.
Η γριά έκλεισε την οθόνη
του μόνιτορ. Για καμιά ώρα θα μπορούσε να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Θα
ετοίμαζε το γεύμα της και θα το έτρωγε όταν η μικρή ξυπνούσε…… Που να ‘ξερε πως
ο πατέρας της είχε κάνει συμφωνία για τις κάμερες μέσα στο σπίτι τους;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου