Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

2200 M.X.



Άναψε το σπίρτο για να φωτίσει τον διάδρομο και ο διπλανός του το φύσηξε να σβήσει.
«Τι κάνεις, ρε; Θες να μας πάρουν χαμπάρι;», του είπε ψιθυρίζοντας.
«Δεν βλέπουμε τίποτα εδώ μέσα. Είναι θεοσκότεινα….», του απάντησε στον ίδιο τόνο.
«Ας είναι! Σέρνε τα πόδια σου για να διώχνεις τα σκουπίδια κι ακούμπα με το χέρι τον τοίχο για να προχωράς. Στο τέλος του, από τη μεριά σου, είναι το δωμάτιο. Αν φτάσουμε εκεί, τότε θα ανάψουμε το κερί. Και σταμάτα να σπαταλάς τα σπίρτα. Ένας Θεός ξέρει αν θα ξαναβρούμε από αυτά….», είπε και τον τράβηξε μαλακά προχωρώντας.
Συνέχισαν στα τυφλά για λίγο ακόμα, όταν, επιτέλους, ο Νεκτάριος αισθάνθηκε το κρύο μέταλλο της πόρτας.
«Σοφοκλή, τη βρήκα!», είπε με ενθουσιασμό σταματώντας απότομα.
Ο Σοφοκλής ένιωσε το τράβηγμα προς τα πίσω, επειδή τον κρατούσε σφιχτά από τη ζώνη όση ώρα περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι, για να μην χαθούν. Τον άφησε και έβγαλε από την τσέπη του το κλειδί. Ψηλάφισε την πόρτα. Βρήκε την κλειδαρότρυπα και άνοιξε.  Ο Νεκτάριος έκανε να μπει, αλλά δεν τον άφησε. Τον έπιασε από το κεφάλι και του ‘κλεισε το στόμα.
«Σσσς….», του ψιθύρισε στο αυτί.
Ήθελε να αφουγκραστεί το χώρο. Με το θόρυβο που έκανε η πόρτα, αν υπήρχε κάποιος από πίσω, είχε το χρόνο να παραμείνει σιωπηλός, αλλά η αναμονή δημιουργεί ανασφάλεια. Όποιος είχε παραβιάσει το χώρο, θα προδίδονταν από μια ανάσα, ένα σύρσιμο, από κάτι τέλος πάντων. Όταν σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε κανείς, άφησε τον Νεκτάριο, έκλεισε την πόρτα πίσω του κι ανάσανε βαθιά από ανακούφιση.
«Βγάλε το κερί κι άναψέ το, να δούμε τι γίνεται εδώ μέσα.».
Ο Νεκτάριος δεν ήθελε δεύτερη προτροπή.
Η θαμπή φλόγα πήρε ζωή κι έχυσε το φως της στο δωμάτιο. Δυο σκουριασμένα ράντζα, χωρίς στρώματα, τρεις πλαστικές καρέκλες τρυπημένες από τον χρόνο κι ένα άθλιο τραπέζι γεμάτο σκόνη, αποτσίγαρα, βρώμικα πιάτα και ποτήρια. Κανένα παράθυρο στον τοίχο. Κι αν υπήρχε κάποτε, αυτό είχε κλείσει με τούβλα και σοβά. Τα πλακάκια στο δάπεδο ήταν σπασμένα και διάσπαρτα παντού, αν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις κάτω από τα πεταμένα σκουπίδια. Ο Νεκτάριος βρήκε μια γόπα. Την μάζεψε από κάτω και την άναψε με το κερί.
«Ωωω, Θεέ μου!!!! Πόσο καιρό έχω να καπνίσω….», είπε και έβγαλε αργά τον καπνό με ικανοποίηση.
Τα τσιγάρα κυκλοφορούσαν στην μαύρη αγορά, αλλά ήταν τόσο ακριβά που δεν μπορούσε κανείς να τα αγοράσει εύκολα. Όπως τα ναρκωτικά, κάποτε….. Με τον αντικαπνιστικό νόμο είχαν γίνει δυσεύρετα. Απαγορεύονταν να καπνίζεις ακόμη και στο μπάνιο του σπιτιού σου. Αν σε έπιαναν, το πρόστιμο ήταν τεράστιο κι αν δεν είχες να πληρώσεις, σε κρατούσαν έγκλειστο σε ειδική πτέρυγα σε ψυχιατρείο. Μόλυνες το περιβάλλον και έπρεπε με τον ένα τρόπο ή τον άλλο να πληρώσεις. Όχι, δεν είχε να κάνει με την δημόσια υγεία. Έτσι ξεκίνησε. Ή μάλλον, έτσι είπαν. Το θέμα ήταν να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικό νόμο. Αν έπιανε εκεί, τότε θα μπορούσαν να κηρύξουν και για όλα τα υπόλοιπα που ήθελαν και ήταν πιο σημαντικά, όπως την επίταξη των σπιτιών και τον εμβολιασμό των ανθρώπων. Και το πέτυχαν.
Βέβαια, τους πήρε αρκετό καιρό για να τα καταφέρουν. Δυο αιώνες δεν ήταν λίγοι. Στις αρχές, ο κόσμος διαμαρτύρονταν. Θα πει κανείς, πως κακώς φώναζαν. Το κάπνισμα έκανε κακό στην υγεία. Αληθές αυτό. Η διαφορά, όμως, ήταν πως αντί να σταματήσουν τις καπνοβιομηχανίες να παράγουν τσιγάρα, επέβαλαν φόρο στα τσιγάρα, δυσβάσταχτο και τα τσέπωναν μια χαρά εις βάρος «της υγείας του πολίτη».  Οξύμωρο;  
Αν ήθελαν πράγματι να κάνουν καλό στον άνθρωπο, θα έδιναν το φάρμακο του καρκίνου που, δεκαετίες πριν, είχε ανακαλυφθεί. Θα επάνδρωναν τα νοσοκομεία και θα έκαναν το σύστημα δημόσιας ασφάλειας, δίκαιο για όλους.  Αλλά όχι, δεν ήταν αυτός ο σκοπός……
Σκοπός ήταν να κερδίζουν οι φαρμακοβιομηχανίες το παιχνίδι με τα φάρμακα, για τη δήθεν εφεύρεση φαρμάκων, φαρμακώνοντας τους αθώους ανθρώπους. Οι κυβερνήσεις έπαιρναν τη μίζα…. γιατί να τους σταματήσουν; Το ίδιο δεν είχε γίνει και με τον εμβολιασμό; Πόσα να τους είχαν σκάσει στα χέρια, για να περάσουν τον νόμο και να δώσουν το δικαίωμα στον εκάστοτε υπουργό να εμβολιάζει τους πολίτες κατά το δοκούν; Άλλωστε το ποίμνιο ήταν έτοιμο. Ρωτούν τα πρόβατα τον τσοπάνο αν θα τα μπουκώσει αντιβίωση; Άρρωστα ή όχι, η μοίρα τους βρίσκεται στα χέρια του βοσκού….. Βέβαια, πάντα υπήρχε η περίπτωση ο βοσκός να αγαπούσε τα ζωντανά του, κάτι που δεν ίσχυε, σε καμιά περίπτωση, με τους κυβερνώντες.
Στα χρόνια που πέρασαν, οι άνθρωποι είχαν καταντήσει σαν ζόμπι. Όσοι δούλευαν, δούλευαν για ψίχουλα. Δεν έφταναν τα χρήματα για να ξεχρεωθούν οι τράπεζες. Έτσι οι περισσότεροι έχασαν τα σπίτια τους. Αυτοί που δεν χρωστούσαν έχασαν τα δικά τους μετά την επίταξη τους από τους κυβερνώντες για να στεγάσουν δήθεν μετανάστες από εμπόλεμες ζώνες. Ο Σοφοκλής είχε πολλές φορές αναρωτηθεί, πως γίνονταν να φεύγουν νέοι άνθρωποι από τη χώρα τους που χρειάζονταν πολεμιστές για να πολεμήσουν; Από πού πραγματικά έρχονταν όλοι αυτοί; Ποιοι ήταν και τι ήθελαν; Μέχρι που πια φανερώθηκε μπροστά στα μάτια του.
Αφανισμός. Τι άλλο; Ένας λαός που σηκώνει κεφάλι πρέπει να το κατεβάσει. Δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα. Ήταν έτοιμα όλα. Είχαν, οι προηγούμενοι, κάνει το έδαφος πρόσφορο, αλλοιώνοντας την γλώσσα και την ιστορία και τους τάιζαν σκουπίδια μέσω τηλεόρασης και ίντερνετ καταφέρνοντας να αλλάξουν τις αρχές και την ηθική τους. Όλο αυτό είχε ξεκινήσει σιγά-σιγά από το 2100. Το είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο που είχε απαγορευτεί και είχαν κάψει όλα τα αντίτυπα εκτός από ένα, που ένας «τρελός» είχε κλέψει από τον σωρό και το ΄χε κρύψει κάτω από τα κουρέλια του.
Τελικά, «ο τρελός», αποδείχθηκε η μεγαλύτερη μορφή του 23ου αιώνα, ανάμεσα στους λίγους που απέμειναν, όπως εκείνος κι ο Νεκτάριος και κρύβονταν κι αυτός από το σύστημα. Αν τους έπιαναν, το μόνο σίγουρο ήταν πως θα τους περνούσαν από εκτελεστικό απόσπασμα. Μέχρι στιγμής, καλά τα είχαν καταφέρει. Μπορούσαν να μείνουν μερικές μέρες σε αυτό το άθλιο δωμάτιο.
Στη διαδρομή τους μέχρι εκεί, βρήκαν ένα ρυάκι που τα ποσοστά μόλυνσης ήταν στα όρια. Γέμισαν δυο παγούρια που είχαν και το έπιναν καπάκι-καπάκι. Όσο για φαγητό, σε ένα εγκαταλελειμμένο σούπερ μάρκετ, βρήκαν μερικές κονσέρβες κάτω από τα ράφια. Η ημερομηνία τους είχε παρέλθει προ πολλού, αλλά έτσι κι αλλιώς, από το 2016, ήδη ίσχυε νόμος που έδινε το δικαίωμα να πωλούνται ληγμένα προϊόντα στα ράφια. Τα συντηρητικά που είχαν μπορούσαν να κρατήσουν αναλλοίωτα τα πτώματα για χιλιάδες χρόνια…… Τι να έλεγε η ταρίχευση μπροστά στα συντηρητικά……;;;
Τράβηξε μια καρέκλα κι έκατσε πάνω της προσεκτικά. Η καρέκλα, άντεξε το βάρος του. Ο Νεκτάριος πάτησε το απομεινάρι στο έδαφος για να το σβήσει. Κόντεψε να κάψει τα δάχτυλά του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε πάρει τη δόση της νικοτίνης που χρειάζονταν.
Ξαφνικά πίσω από την πόρτα ακούστηκε ένας τρομακτικός θόρυβος και η πόρτα έπεσε με δύναμη κάτω, δημιουργώντας σκόνη και ακόμη έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το κερί έσβησε από τον αέρα που δημιουργήθηκε, αλλά το σκοτάδι φώτισαν τρεις φακοί. Πίσω από τους φακούς, ο Σοφοκλής, δεν μπόρεσε να διακρίνει τους τρεις άντρες.
«Ψηλά τα χέρια, να τα βλέπω!», είπε ο ένας από αυτούς.
Ο Νεκτάριος σήκωσε τα χέρια ψηλά, αμέσως.
«Κι εσύ!», διέταξε ο άντρας τον Σοφοκλή.
Τώρα, ο Σοφοκλής μπορούσε να δει τους ένστολους. Ήταν της ειδικής αστυνομίας. Το σώμα που είχε συσταθεί για να καταπνίξει τους επαναστάτες. Όλοι αυτοί ήταν πρώην στρατιωτικοί, που είχαν εκδιωχθεί από τον στρατό, επειδή είχαν διαπράξει φρικτά εγκλήματα. Η αστυνομία τους είχε προσλάβει, με τα εύσημα από την κυβέρνηση, με την προϋπόθεση πως δεν υπήρξαν ποτέ. Αν τους ανακάλυπταν, η αστυνομία και η κυβέρνηση, δεν γνώριζαν τίποτα…..
«Αφού θα πυροβολήσεις… έτσι κι αλλιώς τι σε νοιάζει να σηκώσω τα χέρια;», ειρωνεύτηκε.
Και τότε την είδε…. Η Ειρήνη κρατώντας την κόρη τους αγκαλιά τον προσκαλούσε να πάει κοντά της. Σηκώθηκε και τότε το όπλο εκπυρσοκρότησε και το βόλι, τον βρήκε στο στήθος. Χαμογελούσε καθώς κοιτούσε το αίμα να ποτίζει το μπουφάν του. Έπεσε εκεί, αλλά η έκφραση δεν χάθηκε. Φαινόταν σχεδόν ευτυχισμένος.
«Γιατί τον πυροβόλησες;», τσίριξε ο Νεκτάριος.
«Ο αρχηγός τον ήθελε ζωντανό!», συνέχισε.
Ακούστηκε ξανά πυροβολισμός.
Η σφαίρα βρήκε τον Νεκτάριο στο πόδι.
«Τι κάνεις, ρε;», είχε χλομιάσει, καθώς έπεσε στο πάτωμα.
Ο άντρας πήγε και στάθηκε, ακριβώς, από πάνω του.
«Οι Γερμανοί, ξέρεις τι τους έκαναν τους προδότες;», του είπε.
«Είσαι τρελός;», ο Νεκτάριος έκλαιγε.
«Τστστς…. Δεν διαβάζουμε ιστορία, ε;», το διασκέδαζε.
«Εσύ που πρόδωσες την ίδια σου την πατρίδα, δεν θα σε εμποδίσει τίποτα από το να προδώσεις και εμάς….. 1940…. Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος…..», είπε και του έριξε την χαριστική βολή στο κεφάλι.

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το ίντερνετ.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!


«Τι, ήμαρτα*, να μαγειρέψω πάλι σήμερα…..», μουρμούρισε η Νόπη κοπανώντας την πόρτα του ψυγείου.
Είχε σηκωθεί πριν καμιά ώρα από το κρεβάτι, ο καφές της κόντευε να τελειώσει κι ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα μαγείρευε για το μεσημέρι. Τι μεσημέρι, δηλαδή; Εκείνος δεν είχε σκοπό να γυρίσει πριν τις 5 το απόγευμα από τη δουλειά. Δουλειά, δουλειά, δουλειά και φράγκο δεν έμπαινε στην τσέπη του. Όλα για την εφορία, την ασφάλεια, το δάνειο, τα κοινόχρηστα και ο κατάλογος πήγαινε λέγοντας. Για το σούπερ μάρκετ… ζήτημα αν έφταναν για κανένα μαρούλι, μακαρόνι ή ψωμί.
«Θα τον αφήσω νηστικό! Βαρέθηκα πια!», μονολόγησε.
Κάθισε στον καναπέ της κουζίνας κι άναψε ένα τσιγάρο. Έβγαλε αργά τον αέρα μέσα από τα πνευμόνια και τράβηξε μια τζούρα απ’ τον καφέ της, που είχε κρυώσει πια. Ο καπνός θόλωσε για λίγο το οπτικό της πεδίο. Για να τα προστατέψει, μισόκλεισε τα βλέφαρά της και τότε είδε την εικόνα ξεκάθαρα. Μέσα στο μυαλό της φυσικά, αλλά τόσο ζωντανή που νόμιζε πως, αν έτεινε το χέρι της, θα άγγιζε τα τριαντάφυλλα. Μέχρι την μυρωδιά τους μπορούσε να οσμιστεί.
«Ωωω, καλά τώρα!!!! Από πού ξεφύτρωσες εσύ;», κούνησε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό της για να διαλύσει τον καπνό, αλλά περισσότερο, το έκανε, για να σβήσει την ανάμνηση.
Όταν ήταν θυμωμένη, δεν ήθελε να θυμάται τέτοια πράγματα. Ήθελε να παραμένει έξαλλη μαζί του. Η καλή του πλευρά την αποσυντόνιζε και δεν της άφηνε περιθώρια για ένα βαρβάτο καυγά. Ένα καυγά να τους ακούσει η γειτονιά, να εκτονωθεί, να δώσει ρεσιτάλ……
«Όχι, αγάπη μου! Ο Πάκης ήταν χαμηλών τόνων. Δεν του άρεσαν οι φασαρίες και οι έντονες καταστάσεις. Ο Πάκης ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος. Τόσο ήρεμος… που καταντούσε εκνευριστικός….», σκέφτηκε και της ήρθε να πετάξει το τασάκι στα πλακάκια της κουζίνας, αλλά το μετάνιωσε. Δεν είχε καμιά όρεξη να μαζεύει γόπες και γυαλιά από το δάπεδο.
Πως είχε στραβωθεί και τον παντρεύτηκε, ήταν ένα από τα άλυτα μυστήρια της ζωής. Εντάξει, ήταν κούκλος. Τότε, γιατί τώρα στα πενήντα πέντε του, λίγα πράγματα είχαν μείνει από την εξωτερική του γοητεία. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, σχηματίζοντας φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού και είχαν σχεδόν ασπρίσει. Τα φρύδια του, που άλλοτε ήταν τοξωτά, πλαισιώνοντας δυο υπέροχα μαύρα μάτια, είχαν πυκνώσει, τα αφτιά του είχαν γεμίσει τρίχες και η κοιλιά του ξεχείλιζε από το παντελόνι, ασφυκτιώντας κάτω από τη ζώνη. 
Τώρα, θα αναρωτιόταν κανείς για τη δική της εμφάνιση, αφού κι εκείνη είχε για τα καλά πατήσει τα πενήντα, αλλά το θέμα δεν ήταν αυτή! Το θέμα ήταν Αυτός! Αυτός που ξέχασε πως υπάρχει στη ζωή του, εκτός από τη δουλειά και η γυναίκα του. Είπαμε κρίση, δυσκολίες, λίγα λεφτά, καθόλου χρόνος, αλλά το ‘χε παρακάνει. Ερχόταν σπίτι εξουθενωμένος. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Έτρωγε ό,τι του ‘βαζε στο τραπέζι, ξάπλωνε στο κρεβάτι με το κινητό στο χέρι και μετά ροχάλιζε ως το επόμενο πρωί που θα πήγαινε πάλι για δουλειά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο.
Κι εκείνη μόνη όλη την ημέρα. Μόνη, γιατί η κόρη τους είχε ήδη παντρευτεί και μετακομίσει στην Αθήνα. Είχε τη δική της οικογένεια πια. Στη θύμηση της, η καρδιά της μαλάκωσε κάπως, αλλά αυτό δεν κράτησε  πολύ. Μόλις λίγα δευτερόλεπτα.
«Να ‘τα πάλι τα τριαντάφυλλα!», τι στο καλό αυτή η σκέψη τριγύριζε στο μυαλό της;
Δεν μπόρεσε να την απωθήσει τούτη τη φορά. Την κατέκλισε ολόκληρη σκορπώντας μια γλυκιά ανατριχίλα στην σπονδυλική της στήλη. Δεν της άρεσε που λύγιζε σε μια τόσο ασήμαντη ανάμνηση. Και αφού ήταν ασήμαντη, γιατί ξαφνικά, σήμερα, ήρθε και γιγαντώθηκε μέσα της; Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!!!», μονολόγησε κι ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο, χωρίς να το καταλάβει.
Ήταν τότε, που ήταν σχεδόν παιδιά. Πριν αποκτήσουν την μονάκριβη κόρη τους και μπουν στην ρουτίνα της πραγματικής ζωής. Ήταν τότε που όλα ήταν ή κόκκινα ή ροζ. Που ξυπνούσαν μεσημέρι επειδή δεν κοιμόνταν καθόλου τη νύχτα, που γύριζαν ξυπόλητοι στις παραλίες τα καλοκαίρια, που κρύβονταν κάτω από το πάπλωμα τις κρύες νύχτες του χειμώνα, χωρίς να νοιάζονται για το φαΐ, τα λεφτά, το τι θα γίνει την άλλη μέρα. Τότε, που ο κόσμος φάνταζε όμορφος, χωρίς ανησυχίες…..
Εκείνη την πρώτη χρονιά…. του χίλια εννιακόσια ενενήντα….
Δεν είχαν καιρό που ήταν μαζί. Περίπου τρεις μήνες, αλλά αυτό δεν πτόησε τον Πάκη. Ένοιωθε πως η Νόπη ήταν το κορίτσι που θα γινόταν η γυναίκα του, για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι της είπε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, όταν της πρόσφερε την κατακόκκινη ανθοδέσμη.
«Το ξέρω πως είσαι η μοναδική κι ας είναι λίγος ο χρόνος που είμαστε μαζί. Θέλω να ζήσω μαζί σου ως τα βαθειά μας γεράματα, όταν θα είμαι χοντρός, καραφλός και άσχημος κι εσύ γεμάτη ρυτίδες και ραγάδες από τα παιδιά που θα κάνουμε. Κόντρα στους νόμους της ρουτίνας, εμείς θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα!!!!» και δέχτηκε η ηλίθια…..
Έγιναν όλα όπως τα είπε….. εκτός από το τελευταίο. Της ερχόταν να τσιρίξει από αγανάκτηση. Να πάρει το αυτοκίνητο και να εξαφανιστεί από προσώπου γης……
«Θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα….. Τέρας….. που κατάντησες το σπίτι ξενοδοχείο….. Λες και όλα γίνονται με μαγικό ραβδάκι εδώ μέσα….. Ξεπατώνομαι όλη μέρα για να έχεις ζεστό φαγητό στο πιάτο, καθαρά ρούχα, σεντόνια, παπούτσια. Καθαρό σπίτι….. Γάιδαρε……», τελικά τσίριζε……
Ξαφνικά το κουδούνι της εξώπορτας την έφερε στα συγκαλά της. Σκούπισε με τα χέρια τα δακρυσμένα μάτια της και πήγε να ανοίξει. Στο κατώφλι στεκόταν ένας νεαρός με μια αγκαλιά λουλούδια στα χέρια. Έμεινε να τον κοιτά άναυδη.
«Καλημέρα, Κυρία! Αυτά είναι για εσάς!», της είπε και της έτεινε τα λουλούδια.
«Τττί είναι αυτά;», τον ρώτησε σαστισμένη.
Ο πιτσιρικάς την κοίταξε για λίγο και μετά της είπε χαμογελώντας:
«Τριαντάφυλλα! Χρόνια πολλά!!! Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα….. Υπάρχει και αυτός ο φάκελος για εσάς, επίσης.».
Η Νόπη πήρε στα χέρια της τα λουλούδια και το φάκελο κι έκλεισε την πόρτα στα μούτρα του νεαρού. Μόλις συνειδητοποίησε, όμως, πόσο αγενέστατα φέρθηκε, την άνοιξε ξανά για του πει να περιμένει λίγο. Θα του ‘δινε φιλοδώρημα. Αλλά πίσω από την πόρτα δεν υπήρχε κανείς. Την έκλεισε πάλι, προχώρησε προς την κουζίνα κι άφησε τα λουλούδια στο τραπέζι. Αυτά μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμη για να μπουν σε βάζο. Ο φάκελος είχε περισσότερη σημασία. Τι να περιείχε άραγε; Τον άνοιξε γρήγορα-γρήγορα κι άρχισε να διαβάζει το γράμμα που υπήρχε μέσα.
«Αγαπημένη μου,
μη θεωρήσεις ποτέ πως ξέχασα πως είσαι το κορίτσι μου. Ξέρω πως τελευταία το ‘χω παρακάνει και δεν σου ‘χω φερθεί όπως πραγματικά σου αξίζει, γι’ αυτό θέλω να με συγχωρήσεις. Σε έχω απογοητεύσει, γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση που σου έδωσα τότε, πριν τριάντα χρόνια και το μόνο που κατάφερα ήταν να αφήσω την ρουτίνα να μας καταπιεί και τους δυο. Μετανιώνω πικρά και νιώθω τύψεις, όταν βλέπω στα μάτια σου, πως έχει χαθεί η λάμψη που υπήρχε εκεί και μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω στη ζωή χωρίς να φοβάμαι τίποτα.  Δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να διορθώσω τα λάθη μου, αλλά ίσως να μην είναι αργά για να επανορθώσω. Σε αγάπησα από εκείνη την πρώτη στιγμή που συναντήθηκε το βλέμμα μας και συνεχίζω να σε αγαπώ ακόμα. Ίσως τώρα περισσότερο από τότε. Βάλε το καλό σου φουστάνι κι έλα στις 8, στο μέρος που συναντηθήκαμε την πρώτη φορά. Τα υπόλοιπα, τα αναλαμβάνω εγώ.
Χρόνια μας πολλά,
Αγάπη μου!».
Έμεινε να κοιτά το γράμμα με το στόμα ανοιχτό. Τα δάκρυα πότιζαν το χαρτί και μουτζούρωναν τις λέξεις……

*ήμαρτα. Το χρησιμοποιούν οι πόντιοι στις εκφράσεις τους, όταν θέλουν να αποφύγουν τις βρισιές, για να μην αμαρτήσουν.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Δυο έργα






Καμιά φορά δεν θέλω να σηκωθώ καν από το κρεβάτι μου. Δεν θέλω να βγω από τα όνειρα που βλέπω, έστω και αν είναι εφιάλτες, επειδή η πραγματικότητα είναι χειρότερος εφιάλτης. Όχι, δεν έχω κατάθλιψη. Μου αρέσει να ξημερώνει η μέρα. Με ήλιο ή χωρίς δεν έχει σημασία. Αρκεί που είμαι ζωντανή και έχω την ευκαιρία να τη ζήσω.
Τότε γιατί δεν θέλω να σηκωθώ; Προτιμώ να ονειρεύομαι. Προτιμώ να κάτσω στο κρεβάτι και να φτιάξω τη δική μου πραγματικότητα, χωρίς να ξέρω τι γίνεται στον κόσμο. Κάθε τι εκεί έξω πληγώνει. Ανοίγει πληγές που δεν κλείνουν παρά μεγαλώνουν κι αιμορραγούν, κάνοντας το κορμί αδύναμο και το μυαλό να κατεβάζει ρολλά.
Δεν θα πω ψέμματα. Η προσωπική μου ζωή, αγγίζει τα όρια της ευτυχίας κι αυτό με κάνει να νιώθω κάπως ένοχη όταν βλέπω γύρω μου τόση δυστυχία και τόση αδιαφορία. Δεν θα αναλύσω ούτε τη μια έννοια ούτε την άλλη. Δεν θέλω να κατηγορηθώ για κάτι. Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες. Προσπαθώ, ειλικρινά, να μην το κάνω στους άλλους, γι’ αυτό δεν θέλω να το κάνουν κι οι άλλοι σε μένα.  Είμαι πολλά πράγματα. Ίσως περισσότερο άσχημα πράγματα, αλλά για ανειλικρίνεια δεν μπορεί κανείς να με κατηγορήσει.
Πρόσφατα είδα μια ταινία κι ένα θεατρικό έργο. Στην ταινία είδα τη ζωή μιας γυναίκας που άφησε πίσω της μεγάλη κληρονομιά στην Ελληνική μουσική, χωρίς ποτέ να νοιαστεί για τη δόξα. Από τη μια τροφοδοτούσε το πάθος της, από την άλλη ζούσε έντονα την κάθε της στιγμή. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς κλάψες, χωρίς να παρακαλά κανέναν. Μια γυναίκα γεμάτη από ζωή, ό,τι κι αν της έδωσε αυτή…. Έστω κι αν ήταν από τις δικές της επιλογές. Λάθος ή σωστό κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει. Άραγε υπάρχει λάθος και σωστό; Κρυφά, ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους. Έχουν ένα δυναμισμό….. νομίζω… έχουν τα κότσια να στύψουν τη ζωή και να την πιούν μέχρι την τελευταία της ρανίδα!
Στο θεατρικό έργο είδα ένα περίεργο ζευγάρι, από αυτά που ποτέ, για κάποιο λόγο, δεν ολοκληρώνουν τη σχέση, παρόλα αυτά το δέσιμο μεταξύ τους είναι τόσο βαθύ… που μόνο ο θάνατος μπορεί να σπάσει τα δεσμά. Δυο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, χωρίς κοινές συνισταμένες, διασταυρώνονται στο δείλι της ζωής τους για να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον να τα βγάλουν πέρα με την πραγματικότητα, που τους έχει αφήσει βαθιά σημάδια στις πληγωμένες τους ψυχές….. Και στο τέλος, το χέρι που απλώνεται φέρνει τη λύτρωση στον έναν. Ο άλλος μένει με την οδύνη της λυτρωτικής πράξης….. Άραγε… μπορεί κάποιος να ζήσει με αυτό το βάρος;
Νομίζω πως είναι ώρα να σηκωθώ. Ένας καφές κι ένα τσιγάρο για να αρχίσει η δική μου πραγματικότητα…..