Άναψε το σπίρτο για να
φωτίσει τον διάδρομο και ο διπλανός του το φύσηξε να σβήσει.
«Τι κάνεις, ρε; Θες να
μας πάρουν χαμπάρι;», του είπε ψιθυρίζοντας.
«Δεν βλέπουμε τίποτα
εδώ μέσα. Είναι θεοσκότεινα….», του απάντησε στον ίδιο τόνο.
«Ας είναι! Σέρνε τα πόδια
σου για να διώχνεις τα σκουπίδια κι ακούμπα με το χέρι τον τοίχο για να
προχωράς. Στο τέλος του, από τη μεριά σου, είναι το δωμάτιο. Αν φτάσουμε εκεί,
τότε θα ανάψουμε το κερί. Και σταμάτα να σπαταλάς τα σπίρτα. Ένας Θεός ξέρει αν
θα ξαναβρούμε από αυτά….», είπε και τον τράβηξε μαλακά προχωρώντας.
Συνέχισαν στα τυφλά για
λίγο ακόμα, όταν, επιτέλους, ο Νεκτάριος αισθάνθηκε το κρύο μέταλλο της πόρτας.
«Σοφοκλή, τη βρήκα!»,
είπε με ενθουσιασμό σταματώντας απότομα.
Ο Σοφοκλής ένιωσε το
τράβηγμα προς τα πίσω, επειδή τον κρατούσε σφιχτά από τη ζώνη όση ώρα
περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι, για να μην χαθούν. Τον άφησε και έβγαλε από την
τσέπη του το κλειδί. Ψηλάφισε την πόρτα. Βρήκε την κλειδαρότρυπα και
άνοιξε. Ο Νεκτάριος έκανε να μπει, αλλά
δεν τον άφησε. Τον έπιασε από το κεφάλι και του ‘κλεισε το στόμα.
«Σσσς….», του ψιθύρισε
στο αυτί.
Ήθελε να αφουγκραστεί
το χώρο. Με το θόρυβο που έκανε η πόρτα, αν υπήρχε κάποιος από πίσω, είχε το
χρόνο να παραμείνει σιωπηλός, αλλά η αναμονή δημιουργεί ανασφάλεια. Όποιος είχε
παραβιάσει το χώρο, θα προδίδονταν από μια ανάσα, ένα σύρσιμο, από κάτι τέλος
πάντων. Όταν σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε κανείς, άφησε τον Νεκτάριο, έκλεισε
την πόρτα πίσω του κι ανάσανε βαθιά από ανακούφιση.
«Βγάλε το κερί κι άναψέ
το, να δούμε τι γίνεται εδώ μέσα.».
Ο Νεκτάριος δεν ήθελε
δεύτερη προτροπή.
Η θαμπή φλόγα πήρε ζωή
κι έχυσε το φως της στο δωμάτιο. Δυο σκουριασμένα ράντζα, χωρίς στρώματα, τρεις
πλαστικές καρέκλες τρυπημένες από τον χρόνο κι ένα άθλιο τραπέζι γεμάτο σκόνη, αποτσίγαρα,
βρώμικα πιάτα και ποτήρια. Κανένα παράθυρο στον τοίχο. Κι αν υπήρχε κάποτε,
αυτό είχε κλείσει με τούβλα και σοβά. Τα πλακάκια στο δάπεδο ήταν σπασμένα και
διάσπαρτα παντού, αν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις κάτω από τα πεταμένα σκουπίδια.
Ο Νεκτάριος βρήκε μια γόπα. Την μάζεψε από κάτω και την άναψε με το κερί.
«Ωωω, Θεέ μου!!!! Πόσο
καιρό έχω να καπνίσω….», είπε και έβγαλε αργά τον καπνό με ικανοποίηση.
Τα τσιγάρα
κυκλοφορούσαν στην μαύρη αγορά, αλλά ήταν τόσο ακριβά που δεν μπορούσε κανείς
να τα αγοράσει εύκολα. Όπως τα ναρκωτικά, κάποτε….. Με τον αντικαπνιστικό νόμο
είχαν γίνει δυσεύρετα. Απαγορεύονταν να καπνίζεις ακόμη και στο μπάνιο του
σπιτιού σου. Αν σε έπιαναν, το πρόστιμο ήταν τεράστιο κι αν δεν είχες να
πληρώσεις, σε κρατούσαν έγκλειστο σε ειδική πτέρυγα σε ψυχιατρείο. Μόλυνες το
περιβάλλον και έπρεπε με τον ένα τρόπο ή τον άλλο να πληρώσεις. Όχι, δεν είχε
να κάνει με την δημόσια υγεία. Έτσι ξεκίνησε. Ή μάλλον, έτσι είπαν. Το θέμα
ήταν να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικό νόμο. Αν έπιανε εκεί, τότε θα
μπορούσαν να κηρύξουν και για όλα τα υπόλοιπα που ήθελαν και ήταν πιο
σημαντικά, όπως την επίταξη των σπιτιών και τον εμβολιασμό των ανθρώπων. Και το
πέτυχαν.
Βέβαια, τους πήρε
αρκετό καιρό για να τα καταφέρουν. Δυο αιώνες δεν ήταν λίγοι. Στις αρχές, ο
κόσμος διαμαρτύρονταν. Θα πει κανείς, πως κακώς φώναζαν. Το κάπνισμα έκανε κακό
στην υγεία. Αληθές αυτό. Η διαφορά, όμως, ήταν πως αντί να σταματήσουν τις
καπνοβιομηχανίες να παράγουν τσιγάρα, επέβαλαν φόρο στα τσιγάρα, δυσβάσταχτο
και τα τσέπωναν μια χαρά εις βάρος «της υγείας του πολίτη». Οξύμωρο;
Αν ήθελαν πράγματι να
κάνουν καλό στον άνθρωπο, θα έδιναν το φάρμακο του καρκίνου που, δεκαετίες πριν,
είχε ανακαλυφθεί. Θα επάνδρωναν τα νοσοκομεία και θα έκαναν το σύστημα δημόσιας
ασφάλειας, δίκαιο για όλους. Αλλά όχι,
δεν ήταν αυτός ο σκοπός……
Σκοπός ήταν να
κερδίζουν οι φαρμακοβιομηχανίες το παιχνίδι με τα φάρμακα, για τη δήθεν
εφεύρεση φαρμάκων, φαρμακώνοντας τους αθώους ανθρώπους. Οι κυβερνήσεις έπαιρναν
τη μίζα…. γιατί να τους σταματήσουν; Το ίδιο δεν είχε γίνει και με τον
εμβολιασμό; Πόσα να τους είχαν σκάσει στα χέρια, για να περάσουν τον νόμο και
να δώσουν το δικαίωμα στον εκάστοτε υπουργό να εμβολιάζει τους πολίτες κατά το
δοκούν; Άλλωστε το ποίμνιο ήταν έτοιμο. Ρωτούν τα πρόβατα τον τσοπάνο αν θα τα
μπουκώσει αντιβίωση; Άρρωστα ή όχι, η μοίρα τους βρίσκεται στα χέρια του
βοσκού….. Βέβαια, πάντα υπήρχε η περίπτωση ο βοσκός να αγαπούσε τα ζωντανά του,
κάτι που δεν ίσχυε, σε καμιά περίπτωση, με τους κυβερνώντες.
Στα χρόνια που πέρασαν,
οι άνθρωποι είχαν καταντήσει σαν ζόμπι. Όσοι δούλευαν, δούλευαν για ψίχουλα.
Δεν έφταναν τα χρήματα για να ξεχρεωθούν οι τράπεζες. Έτσι οι περισσότεροι
έχασαν τα σπίτια τους. Αυτοί που δεν χρωστούσαν έχασαν τα δικά τους μετά την
επίταξη τους από τους κυβερνώντες για να στεγάσουν δήθεν μετανάστες από
εμπόλεμες ζώνες. Ο Σοφοκλής είχε πολλές φορές αναρωτηθεί, πως γίνονταν να
φεύγουν νέοι άνθρωποι από τη χώρα τους που χρειάζονταν πολεμιστές για να
πολεμήσουν; Από πού πραγματικά έρχονταν όλοι αυτοί; Ποιοι ήταν και τι ήθελαν;
Μέχρι που πια φανερώθηκε μπροστά στα μάτια του.
Αφανισμός. Τι άλλο;
Ένας λαός που σηκώνει κεφάλι πρέπει να το κατεβάσει. Δεν χρειαζόταν να
χρησιμοποιήσουν τα όπλα. Ήταν έτοιμα όλα. Είχαν, οι προηγούμενοι, κάνει το
έδαφος πρόσφορο, αλλοιώνοντας την γλώσσα και την ιστορία και τους τάιζαν
σκουπίδια μέσω τηλεόρασης και ίντερνετ καταφέρνοντας να αλλάξουν τις αρχές και
την ηθική τους. Όλο αυτό είχε ξεκινήσει σιγά-σιγά από το 2100. Το είχε διαβάσει
σε κάποιο βιβλίο που είχε απαγορευτεί και είχαν κάψει όλα τα αντίτυπα εκτός από
ένα, που ένας «τρελός» είχε κλέψει από τον σωρό και το ΄χε κρύψει κάτω από τα
κουρέλια του.
Τελικά, «ο τρελός»,
αποδείχθηκε η μεγαλύτερη μορφή του 23ου αιώνα, ανάμεσα στους λίγους
που απέμειναν, όπως εκείνος κι ο Νεκτάριος και κρύβονταν κι αυτός από το σύστημα.
Αν τους έπιαναν, το μόνο σίγουρο ήταν πως θα τους περνούσαν από εκτελεστικό
απόσπασμα. Μέχρι στιγμής, καλά τα είχαν καταφέρει. Μπορούσαν να μείνουν μερικές
μέρες σε αυτό το άθλιο δωμάτιο.
Στη διαδρομή τους μέχρι
εκεί, βρήκαν ένα ρυάκι που τα ποσοστά μόλυνσης ήταν στα όρια. Γέμισαν δυο
παγούρια που είχαν και το έπιναν καπάκι-καπάκι. Όσο για φαγητό, σε ένα
εγκαταλελειμμένο σούπερ μάρκετ, βρήκαν μερικές κονσέρβες κάτω από τα ράφια. Η
ημερομηνία τους είχε παρέλθει προ πολλού, αλλά έτσι κι αλλιώς, από το 2016, ήδη
ίσχυε νόμος που έδινε το δικαίωμα να πωλούνται ληγμένα προϊόντα στα ράφια. Τα
συντηρητικά που είχαν μπορούσαν να κρατήσουν αναλλοίωτα τα πτώματα για χιλιάδες
χρόνια…… Τι να έλεγε η ταρίχευση μπροστά στα συντηρητικά……;;;
Τράβηξε μια καρέκλα κι
έκατσε πάνω της προσεκτικά. Η καρέκλα, άντεξε το βάρος του. Ο Νεκτάριος πάτησε
το απομεινάρι στο έδαφος για να το σβήσει. Κόντεψε να κάψει τα δάχτυλά του,
αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε πάρει τη δόση της νικοτίνης που χρειάζονταν.
Ξαφνικά πίσω από την
πόρτα ακούστηκε ένας τρομακτικός θόρυβος και η πόρτα έπεσε με δύναμη κάτω,
δημιουργώντας σκόνη και ακόμη έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το κερί έσβησε από τον
αέρα που δημιουργήθηκε, αλλά το σκοτάδι φώτισαν τρεις φακοί. Πίσω από τους
φακούς, ο Σοφοκλής, δεν μπόρεσε να διακρίνει τους τρεις άντρες.
«Ψηλά τα χέρια, να τα
βλέπω!», είπε ο ένας από αυτούς.
Ο Νεκτάριος σήκωσε τα
χέρια ψηλά, αμέσως.
«Κι εσύ!», διέταξε ο
άντρας τον Σοφοκλή.
Τώρα, ο Σοφοκλής
μπορούσε να δει τους ένστολους. Ήταν της ειδικής αστυνομίας. Το σώμα που είχε
συσταθεί για να καταπνίξει τους επαναστάτες. Όλοι αυτοί ήταν πρώην
στρατιωτικοί, που είχαν εκδιωχθεί από τον στρατό, επειδή είχαν διαπράξει φρικτά
εγκλήματα. Η αστυνομία τους είχε προσλάβει, με τα εύσημα από την κυβέρνηση, με
την προϋπόθεση πως δεν υπήρξαν ποτέ. Αν τους ανακάλυπταν, η αστυνομία και η
κυβέρνηση, δεν γνώριζαν τίποτα…..
«Αφού θα πυροβολήσεις…
έτσι κι αλλιώς τι σε νοιάζει να σηκώσω τα χέρια;», ειρωνεύτηκε.
Και τότε την είδε…. Η
Ειρήνη κρατώντας την κόρη τους αγκαλιά τον προσκαλούσε να πάει κοντά της.
Σηκώθηκε και τότε το όπλο εκπυρσοκρότησε και το βόλι, τον βρήκε στο στήθος.
Χαμογελούσε καθώς κοιτούσε το αίμα να ποτίζει το μπουφάν του. Έπεσε εκεί, αλλά
η έκφραση δεν χάθηκε. Φαινόταν σχεδόν ευτυχισμένος.
«Γιατί τον πυροβόλησες;»,
τσίριξε ο Νεκτάριος.
«Ο αρχηγός τον ήθελε
ζωντανό!», συνέχισε.
Ακούστηκε ξανά
πυροβολισμός.
Η σφαίρα βρήκε τον
Νεκτάριο στο πόδι.
«Τι κάνεις, ρε;», είχε
χλομιάσει, καθώς έπεσε στο πάτωμα.
Ο άντρας πήγε και
στάθηκε, ακριβώς, από πάνω του.
«Οι Γερμανοί, ξέρεις τι
τους έκαναν τους προδότες;», του είπε.
«Είσαι τρελός;», ο
Νεκτάριος έκλαιγε.
«Τστστς…. Δεν
διαβάζουμε ιστορία, ε;», το διασκέδαζε.
«Εσύ που πρόδωσες την
ίδια σου την πατρίδα, δεν θα σε εμποδίσει τίποτα από το να προδώσεις και
εμάς….. 1940…. Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος…..», είπε και του έριξε την
χαριστική βολή στο κεφάλι.
Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το ίντερνετ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου