Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!


«Τι, ήμαρτα*, να μαγειρέψω πάλι σήμερα…..», μουρμούρισε η Νόπη κοπανώντας την πόρτα του ψυγείου.
Είχε σηκωθεί πριν καμιά ώρα από το κρεβάτι, ο καφές της κόντευε να τελειώσει κι ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα μαγείρευε για το μεσημέρι. Τι μεσημέρι, δηλαδή; Εκείνος δεν είχε σκοπό να γυρίσει πριν τις 5 το απόγευμα από τη δουλειά. Δουλειά, δουλειά, δουλειά και φράγκο δεν έμπαινε στην τσέπη του. Όλα για την εφορία, την ασφάλεια, το δάνειο, τα κοινόχρηστα και ο κατάλογος πήγαινε λέγοντας. Για το σούπερ μάρκετ… ζήτημα αν έφταναν για κανένα μαρούλι, μακαρόνι ή ψωμί.
«Θα τον αφήσω νηστικό! Βαρέθηκα πια!», μονολόγησε.
Κάθισε στον καναπέ της κουζίνας κι άναψε ένα τσιγάρο. Έβγαλε αργά τον αέρα μέσα από τα πνευμόνια και τράβηξε μια τζούρα απ’ τον καφέ της, που είχε κρυώσει πια. Ο καπνός θόλωσε για λίγο το οπτικό της πεδίο. Για να τα προστατέψει, μισόκλεισε τα βλέφαρά της και τότε είδε την εικόνα ξεκάθαρα. Μέσα στο μυαλό της φυσικά, αλλά τόσο ζωντανή που νόμιζε πως, αν έτεινε το χέρι της, θα άγγιζε τα τριαντάφυλλα. Μέχρι την μυρωδιά τους μπορούσε να οσμιστεί.
«Ωωω, καλά τώρα!!!! Από πού ξεφύτρωσες εσύ;», κούνησε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό της για να διαλύσει τον καπνό, αλλά περισσότερο, το έκανε, για να σβήσει την ανάμνηση.
Όταν ήταν θυμωμένη, δεν ήθελε να θυμάται τέτοια πράγματα. Ήθελε να παραμένει έξαλλη μαζί του. Η καλή του πλευρά την αποσυντόνιζε και δεν της άφηνε περιθώρια για ένα βαρβάτο καυγά. Ένα καυγά να τους ακούσει η γειτονιά, να εκτονωθεί, να δώσει ρεσιτάλ……
«Όχι, αγάπη μου! Ο Πάκης ήταν χαμηλών τόνων. Δεν του άρεσαν οι φασαρίες και οι έντονες καταστάσεις. Ο Πάκης ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος. Τόσο ήρεμος… που καταντούσε εκνευριστικός….», σκέφτηκε και της ήρθε να πετάξει το τασάκι στα πλακάκια της κουζίνας, αλλά το μετάνιωσε. Δεν είχε καμιά όρεξη να μαζεύει γόπες και γυαλιά από το δάπεδο.
Πως είχε στραβωθεί και τον παντρεύτηκε, ήταν ένα από τα άλυτα μυστήρια της ζωής. Εντάξει, ήταν κούκλος. Τότε, γιατί τώρα στα πενήντα πέντε του, λίγα πράγματα είχαν μείνει από την εξωτερική του γοητεία. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, σχηματίζοντας φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού και είχαν σχεδόν ασπρίσει. Τα φρύδια του, που άλλοτε ήταν τοξωτά, πλαισιώνοντας δυο υπέροχα μαύρα μάτια, είχαν πυκνώσει, τα αφτιά του είχαν γεμίσει τρίχες και η κοιλιά του ξεχείλιζε από το παντελόνι, ασφυκτιώντας κάτω από τη ζώνη. 
Τώρα, θα αναρωτιόταν κανείς για τη δική της εμφάνιση, αφού κι εκείνη είχε για τα καλά πατήσει τα πενήντα, αλλά το θέμα δεν ήταν αυτή! Το θέμα ήταν Αυτός! Αυτός που ξέχασε πως υπάρχει στη ζωή του, εκτός από τη δουλειά και η γυναίκα του. Είπαμε κρίση, δυσκολίες, λίγα λεφτά, καθόλου χρόνος, αλλά το ‘χε παρακάνει. Ερχόταν σπίτι εξουθενωμένος. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Έτρωγε ό,τι του ‘βαζε στο τραπέζι, ξάπλωνε στο κρεβάτι με το κινητό στο χέρι και μετά ροχάλιζε ως το επόμενο πρωί που θα πήγαινε πάλι για δουλειά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο.
Κι εκείνη μόνη όλη την ημέρα. Μόνη, γιατί η κόρη τους είχε ήδη παντρευτεί και μετακομίσει στην Αθήνα. Είχε τη δική της οικογένεια πια. Στη θύμηση της, η καρδιά της μαλάκωσε κάπως, αλλά αυτό δεν κράτησε  πολύ. Μόλις λίγα δευτερόλεπτα.
«Να ‘τα πάλι τα τριαντάφυλλα!», τι στο καλό αυτή η σκέψη τριγύριζε στο μυαλό της;
Δεν μπόρεσε να την απωθήσει τούτη τη φορά. Την κατέκλισε ολόκληρη σκορπώντας μια γλυκιά ανατριχίλα στην σπονδυλική της στήλη. Δεν της άρεσε που λύγιζε σε μια τόσο ασήμαντη ανάμνηση. Και αφού ήταν ασήμαντη, γιατί ξαφνικά, σήμερα, ήρθε και γιγαντώθηκε μέσα της; Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!!!», μονολόγησε κι ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο, χωρίς να το καταλάβει.
Ήταν τότε, που ήταν σχεδόν παιδιά. Πριν αποκτήσουν την μονάκριβη κόρη τους και μπουν στην ρουτίνα της πραγματικής ζωής. Ήταν τότε που όλα ήταν ή κόκκινα ή ροζ. Που ξυπνούσαν μεσημέρι επειδή δεν κοιμόνταν καθόλου τη νύχτα, που γύριζαν ξυπόλητοι στις παραλίες τα καλοκαίρια, που κρύβονταν κάτω από το πάπλωμα τις κρύες νύχτες του χειμώνα, χωρίς να νοιάζονται για το φαΐ, τα λεφτά, το τι θα γίνει την άλλη μέρα. Τότε, που ο κόσμος φάνταζε όμορφος, χωρίς ανησυχίες…..
Εκείνη την πρώτη χρονιά…. του χίλια εννιακόσια ενενήντα….
Δεν είχαν καιρό που ήταν μαζί. Περίπου τρεις μήνες, αλλά αυτό δεν πτόησε τον Πάκη. Ένοιωθε πως η Νόπη ήταν το κορίτσι που θα γινόταν η γυναίκα του, για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι της είπε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, όταν της πρόσφερε την κατακόκκινη ανθοδέσμη.
«Το ξέρω πως είσαι η μοναδική κι ας είναι λίγος ο χρόνος που είμαστε μαζί. Θέλω να ζήσω μαζί σου ως τα βαθειά μας γεράματα, όταν θα είμαι χοντρός, καραφλός και άσχημος κι εσύ γεμάτη ρυτίδες και ραγάδες από τα παιδιά που θα κάνουμε. Κόντρα στους νόμους της ρουτίνας, εμείς θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα!!!!» και δέχτηκε η ηλίθια…..
Έγιναν όλα όπως τα είπε….. εκτός από το τελευταίο. Της ερχόταν να τσιρίξει από αγανάκτηση. Να πάρει το αυτοκίνητο και να εξαφανιστεί από προσώπου γης……
«Θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα….. Τέρας….. που κατάντησες το σπίτι ξενοδοχείο….. Λες και όλα γίνονται με μαγικό ραβδάκι εδώ μέσα….. Ξεπατώνομαι όλη μέρα για να έχεις ζεστό φαγητό στο πιάτο, καθαρά ρούχα, σεντόνια, παπούτσια. Καθαρό σπίτι….. Γάιδαρε……», τελικά τσίριζε……
Ξαφνικά το κουδούνι της εξώπορτας την έφερε στα συγκαλά της. Σκούπισε με τα χέρια τα δακρυσμένα μάτια της και πήγε να ανοίξει. Στο κατώφλι στεκόταν ένας νεαρός με μια αγκαλιά λουλούδια στα χέρια. Έμεινε να τον κοιτά άναυδη.
«Καλημέρα, Κυρία! Αυτά είναι για εσάς!», της είπε και της έτεινε τα λουλούδια.
«Τττί είναι αυτά;», τον ρώτησε σαστισμένη.
Ο πιτσιρικάς την κοίταξε για λίγο και μετά της είπε χαμογελώντας:
«Τριαντάφυλλα! Χρόνια πολλά!!! Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα….. Υπάρχει και αυτός ο φάκελος για εσάς, επίσης.».
Η Νόπη πήρε στα χέρια της τα λουλούδια και το φάκελο κι έκλεισε την πόρτα στα μούτρα του νεαρού. Μόλις συνειδητοποίησε, όμως, πόσο αγενέστατα φέρθηκε, την άνοιξε ξανά για του πει να περιμένει λίγο. Θα του ‘δινε φιλοδώρημα. Αλλά πίσω από την πόρτα δεν υπήρχε κανείς. Την έκλεισε πάλι, προχώρησε προς την κουζίνα κι άφησε τα λουλούδια στο τραπέζι. Αυτά μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμη για να μπουν σε βάζο. Ο φάκελος είχε περισσότερη σημασία. Τι να περιείχε άραγε; Τον άνοιξε γρήγορα-γρήγορα κι άρχισε να διαβάζει το γράμμα που υπήρχε μέσα.
«Αγαπημένη μου,
μη θεωρήσεις ποτέ πως ξέχασα πως είσαι το κορίτσι μου. Ξέρω πως τελευταία το ‘χω παρακάνει και δεν σου ‘χω φερθεί όπως πραγματικά σου αξίζει, γι’ αυτό θέλω να με συγχωρήσεις. Σε έχω απογοητεύσει, γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση που σου έδωσα τότε, πριν τριάντα χρόνια και το μόνο που κατάφερα ήταν να αφήσω την ρουτίνα να μας καταπιεί και τους δυο. Μετανιώνω πικρά και νιώθω τύψεις, όταν βλέπω στα μάτια σου, πως έχει χαθεί η λάμψη που υπήρχε εκεί και μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω στη ζωή χωρίς να φοβάμαι τίποτα.  Δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να διορθώσω τα λάθη μου, αλλά ίσως να μην είναι αργά για να επανορθώσω. Σε αγάπησα από εκείνη την πρώτη στιγμή που συναντήθηκε το βλέμμα μας και συνεχίζω να σε αγαπώ ακόμα. Ίσως τώρα περισσότερο από τότε. Βάλε το καλό σου φουστάνι κι έλα στις 8, στο μέρος που συναντηθήκαμε την πρώτη φορά. Τα υπόλοιπα, τα αναλαμβάνω εγώ.
Χρόνια μας πολλά,
Αγάπη μου!».
Έμεινε να κοιτά το γράμμα με το στόμα ανοιχτό. Τα δάκρυα πότιζαν το χαρτί και μουτζούρωναν τις λέξεις……

*ήμαρτα. Το χρησιμοποιούν οι πόντιοι στις εκφράσεις τους, όταν θέλουν να αποφύγουν τις βρισιές, για να μην αμαρτήσουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου