Τρίτη 28 Δεκεμβρίου 2021

Καλικαντζαράκια;

 


 

Κανένα κουδούνι δεν χτύπησε. Μπορεί να ήταν πρωί ακόμα, αλλά δεν ήταν η πρώτη φορά.

Παραμονές των εορτών, πολύ λίγα παιδιά έρχονται να πουν τα κάλαντα. Όχι τώρα που μαίνεται η καταιγίδα. Πάντα.

Ποτέ δεν κατάλαβα, γιατί.

Στην Αθήνα ήταν αλλιώς, εδώ, αλλιώς…

Παρόλα αυτά, σηκώθηκα νωρίς. Δεν είχα κάτι ιδιαίτερο να ετοιμάσω στο σπίτι. Τα όσα βλέπει η πεθερά, είχαν γίνει άλλωστε.

Έφτιαξα, λοιπόν, τον καφέ μου και πήρα τη μαμά μου τηλέφωνο.

«Καλημέρα! Να τα πω;», είπα.

«Καλημέρα! Τώρα ξύπνησες, καλέ; Πες τα εν συντομία και ξεκίνα να έρχεσαι, έχουμε τόσα να κάνουμε! Άντε περιμένω!», απνευστί….

Και το ‘κλεισε.

Έμεινα να κοιτώ την οθόνη του κινητού με ανοιχτό το στόμα. Όχι, πως δεν το περίμενα. Η μαμά τα θέλει όλα χθες κι εγώ είμαι ήδη μια μέρα πίσω. Ήπια δυο γουλιές από τον καφέ μου, μη βγω στο δρόμο εντελώς κοιμισμένη, ετοιμάστηκα και κατέβηκα να βάλω εμπρός το αυτοκίνητο να φύγω.

«Αμ δε! Όχι, κυρία μου! Δεν θα πάρω μπρος, να ξέρεις! Εδώ θα κάτσω, για να σκάσεις!», με κορόιδευε μες τα μούτρα μου.

«Γιατί, καλό μου; Προχθές σου ‘βαλα καινούρια μπαταρία. Μια χαρά με πήγες και στα τρία supermarkets. Έδωσα κι ένα σκασμό λεφτά….».

Άσχετο το τελευταίο…. αλλά, νευρίασα…..

 

Γυρνούσα το κλειδί της μίζας, περίμενα λίγο, πετρέλαιο γαρ, γουργούριζε, επέμενα….. γουργούριζε….. και τίποτα…..

Το παράτησα και πήρα πρώτα τηλέφωνο τον συμβίο.

Ούτε να μιλήσει δεν πρόλαβε.

«Δεν παίρνει μπροστά το αυτοκίνητο κι έχω δουλειά. Γιατί, αφού η μπαταρία είναι καινούρια; Γιατί, αφού ανάβουν όλα τα λαμπάκια που πρέπει; Γιατί, αφού, δεν βγάζει μήνυμα στην οθόνη του ταμπλό πως κάτι συμβαίνει; Γιατί, αφού….», ήμουν έξαλλη.

«Σταμάτα, Χριστιανή μου, να καταλάβω! Δεν παίρνει μπροστά, ενώ η μπαταρία είναι καινούρια….. Τώρα που είμαι στη δουλειά δεν μπορώ να κάνω κάτι. Όταν γυρίσω το μεσημέρι θα το δω. Θα προσπαθήσουμε να το κάνουμε διαφορετικά. Εντάξει; Έχω πελάτη, τα λέμε μετά!» και το ‘κλεισε.

Τηλέφωνο κι εγώ στη μαμά.

«Δεν έχω αμάξι….. τα ‘φτυσε!».

«Καλά, έρχομαι να σε πάρω!».

Παρόλα αυτά, η υπόλοιπη μέρα, ως το μεσημέρι, κύλισε όμορφα! Οι μυρωδιές από τις προετοιμασίες για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι είχαν κατακλείσει το σπίτι και η διάθεση ανέβηκε. Ήρθε και μια κομπανία από μερικά πιτσιρίκια κι άκουσα επιτέλους τα πολυπόθητα κάλαντα. Το πνεύμα των Χριστουγέννων ήταν εδώ….. ή όχι;

«Πήρες τηλέφωνο τον άντρα σου να του πεις πως είσαι εδώ;», με ρώτησε η μάνα κάποια στιγμή.

«Όχι, ακόμα. Θα τον πάρω, τώρα.», απάντησα.

Και το έκανα.

«Είμαι, στης μαμάς. Εσύ;», τον ρώτησα.

«Γύρισα στο σπίτι.», είπε.

«Είδες το αυτοκίνητο;», δεν ήθελα να τον συγχύσω.

«Όχι, ακόμη. Μόλις έφαγα. Ξέρεις, με πήρε ο κολλητός μου, από το χωριό. Είναι κρυωμένος και χρειάζεται φάρμακα. Περιμένω να μου τα φέρουν για να του τα πάω, σε περίπου μισή ώρα από τώρα….».

«Ωωωωωω!!!! Έρχομαι!!!!!», του είπα κι έκλεισα το κινητό.

«Μαμάααα! Θα με πας σπίτι;», ανησυχούσα.

Κι εκεί που όλα έβαιναν καλώς…. Τρόπον τινά….. φτάνοντας στο σπίτι, μαθαίνουμε πως το «μπρελόκ», έχει μεγαλύτερο πρόβλημα. Το «σωληνάκι» πετρελαίου…. Τρύπησε……  

«Ωραιότατα!!! Τι κάνουμε, τώρα;», αναρωτήθηκα.

Ευτυχώς, υπήρχε εφεδρεία. Το άλλο, στο χωριό. Έτσι, προθυμοποιήθηκε η μάνα να μας πάει……

Από το να το θέλει, όμως, μέχρι να το κάνει….. μια μπαταρία, δρόμος….. Έμεινε και το δικό της εκεί και δεν κουνιόταν με τίποτα….. Τα φάρμακα ήρθαν, τα μεταφορικά μέσα όμως… νεκρά και τα δυο….

Βγάλε την καινούρια από το ένα. Πήγαινε στο άλλο. Προσπάθησε να βγάλεις την παλιά….. Δεν βγαίνει…. γιατί δεν έχεις το εργαλείο… Ξαναβάλε τα καπάκια…. Αφού προηγουμένως, μου ‘χε πέσει η μια βίδα και την έψαχνα με το φακό. Βγάλε τα καλώδια. Μπαταρία γεμάτη, μπαταρία άδεια… επιτέλους πήρε μπροστά!!!

Πάμε στο ένα χωριό, παίρνουμε το εφεδρικό. Φεύγει η μάνα χωρίς να σβήσει μηχανή, μην τρέχουμε πάλι. Φτάνουμε στο άλλο χωριό… Μια χαρά ο κολλητός!!! Ευτυχώς, δηλαδή, γιατί αν περίμενε από μας….. Ούτε να το σκέφτομαι δεν θέλω, αν ο άνθρωπος ήταν σοβαρά……

Κι εκεί που δεν το περίμενες, περνάς μια όμορφη παραμονή Χριστουγέννων, με ανθρώπους που αγαπάς και σε αγαπάνε!!!

Και έρχεται η ώρα να φύγεις! Και δεν έχεις βενζίνη και δεν ξέρεις πόσο οριακά είσαι! Φτάνεις στην πόλη; Θα βρεις βενζινάδικο τέτοια ώρα; Τέτοια μέρα;

Μάλλον, τελικά, κάποιος εκεί πάνω μας λυπήθηκε για την ώρα, γιατί φτάσαμε στο σπίτι με γεμάτο ντεπόζιτο, κουρασμένοι, αλλά τουλάχιστον, ικανοποιημένοι.

Και ξημέρωσε Χριστούγεννα! Ευλογημένη μέρα!

Όλα κανονισμένα για φαγητό στα πεθερικά! Στο χωριό! Ναι, ναι, στο χωριό, που την προηγούμενη νύχτα πήγαμε και πήραμε το εφεδρικό αυτοκίνητο.

Έχω φτιάξει αχνιστό καφέ, έχω βάλει μουσική κι ετοιμαζόμαστε σιγά σιγά.

Μετά τον καφέ, ο συμβίος, βρήκε το εργαλείο που ήθελε και πήγε στη μαμά για να βάλει την καλή μπαταρία.

Εγώ, γέμισα την σόμπα με ξύλα, μέχρι να φύγουμε, να ζεσταθεί το σπίτι…… και ανακαλύπτω, εντελώς τυχαία, πως η καμινάδα…… φτύνει κάρβουνα….. ΑΝΑΜΕΝΑ!!!!

ΒΟΗΘΕΙΑ!!!!

Το μπαλκονάκι μικρό….. πράγματα πολλά….. το πλυντήριο δεν μετακινείται…… το συρτάρι της καμινάδας καίγεται…….

ΝΕΡΟ ΤΩΡΑ!!!!!

Ευτυχώς μου ‘κοψε και έβαλα ό,τι μπορούσα μέσα στο σπίτι. Έβαλα το λάστιχο…… έσβησα το κάρβουνο ….. και γέμισα τον κόσμο στάχτη και κάπνα!!!!! Δυο ώρες!!!!! Δυο, ολόκληρες ώρες μέσα στο κρύο, με παγωμένο νερό, μουσκεμένη και καπνισμένη να καθαρίζω….. τα ακαθάριστα……….. Χριστουγεννιάτικα, καθάριζα το ένα επί ένα μπαλκονάκι κι επειδή είμαι και τροφαντούλα……. σφήνωνα ανάμεσα στο πλυντήριο, το ντουλάπι και την καμινάδα……

Σε αυτή την υπέροχη θέση με βρήκε, ο συμβίος μου, όταν γύρισε. Κι εκεί που ήθελα να πάω λίγο νωρίς στο Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, έφτασα τελευταία και καταϊδρωμένη!

Για ένα περίεργο λόγο, η διάθεση ψηλά!!!

Τις επόμενες δυο μέρες, έμειναν άλλα δυο αυτοκίνητα…..

Του πεθερού και του κολλητού…..

Κι ενώ συμβαίνουν όλα αυτά τα όμορφα, έρχεται η αγαπημένη μου, η Maria Maranti και αναφέρεται στα καλικαντζαράκια! Ε, λοιπόν ναι! Υπάρχουν! Και ο σκοπός τους είναι να δημιουργούν προβλήματα στους κακούς και άσχημους ανθρώπους! Πόσο κακιά και άσχημη….δεν ξέρω… ίσως όχι πάρα πολύ….. επειδή όλα τέλειωσαν αισίως, ως εδώ, δηλαδή, γιατί τα καλικαντζαράκια φεύγουν των Φώτων….. Μέχρι τότε, ας βάλει ο Θεός το Χέρι Του!!!

ΤΕΛΟΣ


Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Αποκάλυψη


 

Οι πρώτες σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό της και άρχισε να βογκά. Κάτω από τα κλειστά βλέφαρα, τα μάτια της κινούνταν γρήγορα. Την έπιασε δύσπνοια. Κάποιοι την τραβούσαν από τα μπράτσα και την έσερναν….

Πετάχτηκε από το μαξιλάρι βαριανασαίνοντας. Ο άντρας δίπλα της, κοιμόταν. Τον κοίταξε, καθώς το χλωμό φως του φεγγαριού έλουζε το πρόσωπό του κι έσμιξε τα φρύδια της.

«Ποιος είναι αυτός;», αναρωτήθηκε.

«Που είμαι;», κοίταξε γύρω το δωμάτιο.

Τα μαλλιά της, ανάκατα και κολλημένα στο ιδρωμένο της πρόσωπο, μείωναν το οπτικό της πεδίο. Προσπάθησε να σηκώσει το χέρι της, να τα τραβήξει πίσω, αλλά δεν μπόρεσε. Ένιωθε σαν να ‘ταν δεμένη σε αυτό το κρεβάτι, με αόρατα λουριά.

Συγκέντρωσε όση δύναμη είχε μέσα της και άρχισε να τσιρίζει ή τουλάχιστον, έτσι νόμιζε.

«Σου είπα, πως, κάτι δεν πάει καλά! Δεν έπρεπε να γίνει αυτό! Είναι η δεύτερη φορά! Πρέπει να ενημερωθεί το αφεντικό!», είπε, ανήσυχος, ο Ι’.

«Όχι! Εσύ εκτύπωσε τα στοιχεία των τελευταίων δύο ωρών και εγώ θα αυξήσω τη δόση. Τώρα κιόλας! Μέχρι να γυρίσω από τον θάλαμο, να τα έχεις έτοιμα να τα δούμε μαζί. Αποκλείεται να είναι κάτι σοβαρό. Έρχομαι σε λίγο.», ο ΣΤ’ ήταν ήδη στην πόρτα του εργαστηρίου και την άνοιγε.

Καθώς η πόρτα έκλεισε πίσω του, ο Ι’ γύρισε στην οθόνη του υπολογιστή και έτρεξε τα αρχεία.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Σηκώθηκε τραγουδώντας από το κρεβάτι, έφτιαξε το τσάι της και το απόλαυσε στο μπαλκόνι, αφού η μέρα ήταν ηλιόλουστη και ζεστή. Όταν τέλειωσε, μάζεψε το φλιτζάνι και το πήγε στην κουζίνα. Όπως το ΄βαζε στον νεροχύτη, το χέρι της, άρχισε να τρέμει. Στην αρχή ανεπαίσθητα και μετά βίαια, μέχρι που έφυγε από τα δάχτυλά της, έπεσε με ορμή κι έγινε κομμάτια. Ένα από τα κομμάτια, τινάχτηκε, και την έκοψε στη μέσα μεριά του πήχη.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Η διαδρομή ανάμεσα στα δέντρα ήταν υπέροχη. Χάζευε τα χρώματα στις φυλλωσιές τους. Κόκκινο, καφέ, χρυσό. Τα πεσμένα φύλλα στο μονοπάτι, έτριζαν κάτω από τις μπότες της. Που και που έκανε την εμφάνισή του και κανένα μανιτάρι. Εκείνος, προχωρούσε πίσω της. Άκουγε τα βήματά του βαριά στο κατόπι της. Γύρισε το κεφάλι της χαμογελώντας. Της χαμογέλασε κι εκείνος, αλλά καθώς το χαμόγελό του πλάτυνε και άνοιξε το στόμα του, της ήρθε να ουρλιάξει από τρόμο.

«Ι’! Φέρε μου τη σύριγγα, τώρα!», είπε ο ΣΤ’.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Το μωρό ξύπνησε και οι φωνούλες του έκαναν την καρδιά της να μελώσει. Έσκυψε πάνω από την κούνια κι εκείνο της χαμογέλασε. Τα τρυφερά μαγουλάκια του, ήταν κατακόκκινα. Άπλωσε τα χέρια απαλά και το πήρε στην αγκαλιά της. Η ζεστασιά έτρεξε στο κορμί της, βάλσαμο. Κάθισε στην άκρη του κρεβατιού, σήκωσε την μπλούζα και το απίθωσε το στήθος της, να το ταΐσει.

 Εκείνο έτριψε το προσωπάκι του λίγο μέχρι να βρει το στόχο του και άρχισε να θηλάζει. Έκλεισε τα βλέφαρα και άφησε το συναίσθημα της γαλήνης να την συνεπάρει, όταν ένας οξύς πόνος την γύρισε πίσω. Άνοιξε τα μάτια και είδε πως το αίμα είχε μουσκέψει την μπλούζα της και το πρόσωπο του μωρού. Άρχισε να τσιρίζει.

«ΣΤ’, πρέπει να ενημερώσουμε! Εγώ φοβάμαι! Αν το ανακαλύψουν είμαστε χαμένοι και οι δυο!», κάτω από τη μάσκα, το σαγόνι του έτρεμε.

«Και τι θες να τους πω; Πως είσαι βλάκας και μπέρδεψες την αδρεναλίνη με το σκεύασμα; Μέχρι να περάσει η επήρεια της αδρεναλίνης, πρέπει να της χορηγούμε το σκεύασμα ανά τακτά διαστήματα!», ο ΣΤ’ τον κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του.

«Αα, τώρα φταίω εγώ; Εγώ; Όταν εσύ την έβγαλες και την τοποθέτησες δίπλα στην άλλη; Τι δουλειά είχες να την αφήσεις εκεί; Δεν ήξερες πως θα γινόταν κανένα λάθος;», ο Ι’ ήταν εκτός εαυτού.

Ο ΣΤ’ πλησίασε τον Ι’ απειλητικά.

«Τι θα κάνεις; Θα με σκοτώσεις κι εμένα, όπως….», δεν πρόλαβε να πει κάτι άλλο, γιατί ο ΣΤ’ τον είχε αρπάξει ήδη από τον λαιμό.

 Το αντικείμενο, ούρλιαζε.

Δεν είχε πολύ χρόνο στη διάθεσή του. Έπρεπε να χορηγήσει τώρα το ενέσιμο, αλλιώς θα τους έπαιρναν μυρωδιά και θα τους εξεδουτέρωναν και τους δυο. Κι αυτό, θα ήταν το λιγότερο.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Οι ακτίνες του ήλιου έπαιζαν με την κουρτίνα, καθώς οι πτυχές της λικνίζονταν στο πρωινό αεράκι, που έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο. Δρασκέλισε το δωμάτιο και στάθηκε μπροστά στην κουρτίνα. Άγγιξε το μεταξένιο ύφασμα και αργά το τράβηξε στο πλάι. Το απέραντο γαλάζιο της θάλασσας ξεχύθηκε μπρος στο βλέμμα της. Πέρα μακριά ο ουρανός ενώνονταν με τη θάλασσα σαν δυο ερωτευμένοι που πρωτογνώριζαν ο ένας το κορμί του άλλου.

Η καρδιά της γέμισε προσμονή. Τον άκουγε να ανεβαίνει τη σκάλα. Το κάθε σκαλοπάτι αναστέναζε γλυκά κάτω από το βάρος των βημάτων του. Χαμογέλασε. Τον περίμενε καιρό. Και να που επιτέλους είχε έρθει. Τώρα, ήταν πίσω από την πόρτα. Έβλεπε το πόμολο να κατεβαίνει…. Η πόρτα άνοιξε κι ένα σμήνος σφήκες όρμισε στο δωμάτιο. Άρχισε να ουρλιάζει.

«Πιάσε επιτέλους το χέρι και σφίξε γερά το λουρί! Και κοίτα μην ξαναγίνει αυτό! Σταθερά σου είπα!», ο ΣΤ’ διέταξε τον Ι’.

«Τι νομίζεις πως κάνω τόση ώρα; Αυτό προσπαθώ. Αλλά δεν είναι εύκολο. Αν νομίζεις πως εσύ μπορείς καλύτερα, κάνε το μόνος σου!», είχε αγανακτήσει πια.

Αν γνώριζε…. Αν είχε υποψιαστεί από την αρχή, έστω το παραμικρό, δεν θα έκανε ποτέ αυτή την καταραμένη αίτηση στην φαρμακοβιομηχανία. Καλύτερα πίσω από το τείχος. Χίλιες φορές πίσω από το τείχος.

Όταν, όμως, πεινάς και βλέπεις την οικογένειά σου να αφανίζεται, δεν έχεις πολλές επιλογές. Μπρος γκρεμός και πίσω ρέμα, γιατί η πείνα…. δεν αντέχεται.

Ο ΣΤ’ δεν ανήκε στην ίδια κατηγορία. Εκείνος ήταν από αυτούς που παρέμειναν μπροστά, μετά την πανδημία. Ήταν με τους προνομιούχους. Οι άλλοι είχαν πεταχτεί σαν τα αδέσποτα, πίσω από τα τείχη, γιατί δεν είχαν συμβιβαστεί με το κατεστημένο. Με το παράλογο. Αλλά ποιος νοιάζονταν; Οι ιθύνοντες είχαν αποφασίσει και τα εκτελεστικά όργανα είχαν πράξει.

Πριν μερικούς μήνες κάποιοι από την μπροστινή πλευρά είχαν περάσει το τείχος και ζητούσαν εθελοντές. Μικροβιολόγους, γιατρούς, νοσηλευτές, ερευνητές στον τομέα των φαρμάκων, γιατί η μεγάλη φαρμακοβιομηχανία της χώρας έκανε έρευνες πάνω σε νέα φάρμακα, για την καταπολέμηση της αρρώστιας και το προσωπικό που απασχολούσε, δεν έφτανε να εξυπηρετήσει αυτό τον σκοπό. Όποιος δέχονταν, τον έπαιρναν μαζί τους φροντίζοντας, υποτίθεται, οι άνθρωποί που άφηναν πίσω τους να βιώσουν καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, με πρόσβαση σε τροφή και καθαρό νερό.

Για την κόρη του το έκανε.

Η Τζένη ήταν ευτυχισμένη.

Ο ήλιος ήταν ψηλά και χάιδευε το πρόσωπό της. Η μέρα ήταν ζεστή και το αεράκι που φυσούσε ανέμιζε τα μαλλιά και το φουστάνι της. Το λιβάδι ήταν καταπράσινο. Ανάμεσα στα χόρτα υψώνονταν οι παπαρούνες και τα χαμομήλια. Η Τζένη περπάτησε το μικρό δρομάκι κι έφτασε στην όχθη του μικρού ποταμού. Το νερό κυλούσε γάργαρο πάνω από τις πέτρες του βυθού του. Μικρά ψαράκια ακολουθούσαν τον ρυθμό του, σταματώντας που και που να ψάξουν, κάτω από τις πέτρες, για τροφή. Άκουσε το όνομά της.

Ύψωσε το βλέμμα της και τον είδε.

«Έλα κοριτσάκι μου! Φτάνει! Αρκετά βασανίστηκες!», της είπε τρυφερά ο πατέρας της.

Δάκρυα χαράς ανάβλυσαν στα μάτια της.

«Μπαμπά!», η φωνή πνίγηκε σε ένα λυγμό.

«Έλα, γλυκιά μου! Από ‘κει!», της είπε και της έδειξε πιο κάτω τις πέτρες στη σειρά που έφταναν ως την αντίπερα όχθη.

Τις είδε κι έτρεξε. Μπροστά τους κοντοστάθηκε.

«Μη φοβάσαι! Εγώ είμαι εδώ και θα σε πιάσω! Ως τη μέση μπορώ να ‘ρθω. Έλα!», της είπε και πάτησε την πρώτη πέτρα.

Η Τζένη πήρε θάρρος. Βαθιά μέσα στην ψυχή της ήξερε, πως αν περνούσε απέναντι, δεν θα μπορούσε να γυρίσει πίσω, αλλά δεν την ένοιαζε πια. Εκεί που πήγαινε, ο φόβος δεν υπήρχε. Πάτησε την πέτρα με σιγουριά.

«Ω, που να πάρει, ο διάβολος…..», ο ΣΤ’ σηκώθηκε από την καρέκλα, απότομα και τράβηξε βίαια από το μανίκι τον Ι’ που καθόταν δίπλα του.

Βγήκαν τρέχοντας στον διάδρομο. Έφτασαν στο θάλαμο και μπήκαν μέσα. Το μόνιτορ βούιζε. Καμιά ένδειξη ζωής…. Μόνο οριζόντιες γραμμές. Το οξυγόνο δούλευε, αλλά μάταια.

«Πιάσε τον απινιδωτή! Γρήγορα, γαμώτο! Δεν πρέπει να χάσουμε το αντικείμενο……», για πρώτη φορά ο ΣΤ’ έδειχνε φοβισμένος.

Είκοσι λεπτά μετά, οι ελπίδες κατέρρευσαν. Το αντικείμενο είχε τερματίσει.

Ο ΣΤ’ έβγαλε τη μάσκα και κοίταξε το Ι’.

«Εσύ φταις! Εσύ! Εσύ φταις για όλα!!!», τον πλησίαζε απειλητικά.

Ο Ι’ έκανε βήματα πίσω μέχρι που σκόνταψε πάνω στο μόνιτορ. Την ώρα που ο ΣΤ’ άπλωνε τα χέρια να τον πιάσει, οι άντρες με τα μαύρα και τα κράνη στο κεφάλι μπήκαν στον θάλαμο.

«Ψηλά τα χέρια!», φώναξε ο ένας από αυτούς.

Ο Ι’ σήκωσε τα χέρια πρώτος. Γνώριζε τι επακολουθούσε. Είχε δει που πήγαιναν αυτοί που είχαν αποτύχει. Κάτω στα υπόγεια. Εκεί που δεν είχε κανείς πρόσβαση, εκτός από τους Δ’. Αυτοί οι Δ’ θα τους πήγαιναν συνοδεία και θα τους πέταγαν μαζί με τα υπόλοιπα υποψήφια αντικείμενα. Αυτό που ο Ι’ δεν ήξερε, όμως, ήταν πως εκεί θα έβρισκε την κόρη του……

 

Τέλος


Παρασκευή 24 Σεπτεμβρίου 2021

Νέα θεωρία


 


Πρόσφατα είδα κάτι, το οποίο με έβαλε σε νέες σκέψεις. Αν όλο αυτό που λέει ο συγκεκριμένος επιστήμονας είναι το μόνο αληθινό, τότε…. ένα τίποτα είμαστε, που βρέθηκε τυχαία σε ένα από τα έντεκα σύμπαντα.

Προσωπικά, για να πω την αλήθεια μου, δεν γνωρίζω και πολύ από κβαντομηχανική, αλλά το θέμα τέθηκε όσο γίνεται πιο απλά και κατανοητά γινόταν, ώστε το μικρό μυαλό μου να πιάσει την ουσία.

Λοιπόν, το σύμπαν το δικό μας είναι ένα τυχαίο συμβάν που συνέβη πριν 13,5 δις χρόνια και εξακολουθεί μέχρι σήμερα να διαστέλλεται. Στην αρχή πολύ γρήγορα, τώρα πιο αργά. Έτσι, δημιουργήθηκαν οι πλανήτες, οι γαλαξίες και οτιδήποτε υπάρχει σε αυτό. Το μεγαλύτερο μέρος του αποτελείται από τη σκοτεινή ύλη, η οποία για κάποιο λόγο είναι σημαντική…..

Ωραία. Ως εδώ όλα είναι κάπως γνωστά. Αυτό, όμως, που δεν γνωρίζαμε είναι πως το δικό μας το σύμπαν, το τυχαίο, συνδέεται με άλλα δέκα τυχαία σύμπαντα και με βάση τη θεωρία των υπερχορδών όλα αυτά έχουν κοινό παρονομαστή τη βαρύτητα. Εδώ θα σας γελάσω. Κι εγώ δεν μπορώ να το συλλάβω καλά, γιατί με τη φυσική δεν το ‘χω και πολύ. Αλλά,  αναρωτιέμαι.

Όπως αναφέρθηκε, επίσης, από τον επιστήμονα, οι φυσικοί κανόνες που ισχύουν εδώ δεν ισχύουν αλλού κι αυτός είναι ο λόγος που αποδεικνύονται εδώ……. Ναι, εδώ το έχασα κι εγώ.

Βέβαια, εκεί που θέλω να μείνω είναι το αρχικό κομμάτι. Πως το σύμπαν μας είναι τυχαίο κι εμείς εδώ τα ανθρωπάκια είμαστε, μοιραία, από καθαρή τύχη, πάνω σε μια σφαίρα που γυρνά γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον ήλιο.

Τυχαία!!!!

Αν όλα αυτά είναι αλήθεια, τότε….. ένα έχω να πω. Κάναμε αυτό το τυχαίο γεγονός τραγικό. Αντί να εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία, την χάσαμε….. Τεχνολογικά αγγίξαμε την τελειότητα, επιστημονικά επίσης, αλλά την αξία της ζωής την αφήσαμε να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια μας. Αν αύριο βυθιστούμε στη ανυπαρξία, τυχαία πάλι, δεν αξίζαμε το δώρο που μας δόθηκε, έστω κι έτσι…..

Υ.Γ. Ο καθηγητής που μίλησε για τα έντεκα τυχαία σύμπαντα και τη θεωρία των υπερχορδών είναι ο Νανόπουλος. Νομίζω πως οι περισσότεροι τον γνωρίζεται.


Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Σταματήστε πια! Φτάνει!

 


Αρκετά διαχωριστήκαμε. Δεν υπάρχει σεβασμός πουθενά. Σε τίποτα. Τα ισοπεδώσαμε όλα.

Ο ένας κράζει τον άλλο για τις απόψεις του, για τις επιλογές του, για τον τρόπο που ζει, κινείται, αναπνέει. Φτάνει πια!

Έχει γίνει κουραστικό. Γίναμε όλοι ειδικοί σε όλα. Θεωρούμε το δικό μας δίκιο, δίκιο και για τους άλλους. Ε, λοιπόν, όχι! Οι άνθρωποι είναι διαφορετικοί μεταξύ τους. Σεβαστείτε το!

Ήρθαμε εδώ για κάποιο λόγο. Η ύπαρξή μας είναι ιερή. Είναι κακό να τσακωνόμαστε και να μην προσπαθούμε να βρούμε τα κοινά μας σημεία για να συνυπάρξουμε.

Αρρωστήσαμε, καήκαμε, πνιγήκαμε και μυαλό δεν βάλαμε.

Αντί να ενωθούμε πιο πολύ διαχωριστήκαμε.

Κρίμα, γιατί συμπεριφερόμαστε εγωιστικά. Αγκαλιάστε τον φόβο των ανθρώπων και βοηθήστε τους. Μην τους κράζετε. Αυτό είναι ΑΔΙΚΟ για όλους. Μην το αναπαράγετε.

Δεν βγάζω τον εαυτό μου απ’ έξω. Έχω κι εγώ μερίδιο ευθύνης, απλά, άρχισα να νιώθω διαφορετικά. Όπως δεν θέλω να αδικούμαι δεν θέλω να αδικήσω κανένα. Κρατώ κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, γιατί το δικό μου σωστό δεν είναι, απαραίτητα και το σωστό για τον διπλανό μου.

Και για να μην παρεξηγηθώ, δεν εννοώ το έγκλημα. Αυτό πρέπει να τιμωρείται και να αποτρέπεται με κάθε δυνατό τρόπο.

Ελπίζω σε αυτόν τον κόσμο, έστω κι αν με πληγώνει τόσο…..


Σάββατο 31 Ιουλίου 2021

Προβληματίζομαι

 




Κοιτάς την λευκή σελίδα που άνοιξες στον υπολογιστή και δεν ξέρεις τι θέλεις να γράψεις. Τα γεγονότα που τρέχουν σε έχουν επηρεάσει τόσο πολύ ψυχολογικά που έγιναν κουβάρι μες το μυαλό σου και δεν μπορείς να τα ξεμπερδέψεις.

Από όπου και να τα πιάσεις θα λερωθείς. Όχι πως είσαι τίποτα καθαρός και του λόγου σου, αλλά τη δική τους λίγδα την σιχαίνεσαι. Παντού σάλια και μύξες, αλλά όχι δικά σου να τα σκουπίσεις με το χαρτομάντηλο και να τα ρίξεις στον κάλαθο των αχρήστων. Αφήσαμε την ιστορία να επαναληφθεί. Δεν μάθαμε από τα λάθη της. Είχα την αίσθηση πως μαθαίνοντας ιστορία, αφού κάποιοι έκαναν τον κόπο να την καταγράψουν, θα γινόμαστε καλύτεροι άνθρωποι, τρομάρα μου. Χειρότεροι γίναμε!

Σε όλα! Στις σχέσεις μας, στη ζωή μας, στο περιβάλλον μας. Κάνουμε παράπονα, θεωρώντας πως κάποιος φταίει. Κάποιος άλλος, όχι εμείς οι ίδιοι. Ε, λοιπόν, σας έχω άσχημα νέα. Φταίμε εμείς οι ίδιοι και μάλιστα πολύ! Κρύψαμε το κεφάλι μέσα στο χώμα σαν την στρουθοκάμηλο. Θεωρήσαμε πως κάποιος άλλος θα μας σώσει, λες και δεν χορτάσαμε από «σωτήρες».

Αλήθεια, δεν καταλαβαίνω! Πως καταφέραμε να κάνουμε αυτό τον κόσμο τόσο άθλιο; Εντάξει, θεοποιήσαμε την ύλη, αλλά και πάλι. Υποτίθεται πως είμαστε περισσότερο μορφωμένοι από τους παλαιότερους. Η εκκλησία λέει: «Μακάριοι οι πτωχοί τω πνεύματι.». Δηλαδή είμαστε ευτυχισμένοι αν είμαστε πνευματικά ανάπηροι.

Αν το μυαλό κόβει, είσαι δυστυχισμένος ή τι; Δημιουργείς μόνος σου τη δυστυχία σου;  Μάλλον κάπως έτσι είναι τα πράγματα, τελικά. Δεν εξηγείται αλλιώς. Δημιουργήσαμε μια φούσκα γύρω μας, νομίζοντας πως είναι άτρωτη. Ο καθένας για τον εαυτό του. Επαναπαυθήκαμε και τώρα που οι φούσκες τρύπησαν, η ασφυξία πνίγει τον καθένα μας χωριστά. Δεν τολμάμε να τις σκίσουμε και να ενώσουμε τα χέρια μας για να σωθούμε. Ακόμα και τώρα, πόσο εγωιστές! Γιατί ο εγωισμός μας, άφησε τη λίγδα να απλωθεί παντού και τώρα παλεύουμε μονάχοι να απεγκλωβιστούμε και από τα δυο. Αλλά δεν γίνεται.

Αυτό που σκέφτομαι έντονα τελευταία, είναι το εξής:

Τη δεδομένη στιγμή, η ανθρωπότητα αξίζει και με το παραπάνω ό, τι ακριβώς της συμβαίνει……

Να πω καλό Σαββατοκύριακο, αλλά με τέτοιο καύσωνα ούτε κι αυτό μας προσφέρεται.

Υ.Γ. Μπορεί να φαίνομαι απαισιόδοξη, αλλά βαθιά μέσα μου ξέρω πως όλα θα αλλάξουν. Θα αργήσουν, αλλά θα αλλάξουν. Είπαμε! Η ιστορία επαναλαμβάνεται! Μετά τον μεσαίωνα ήρθε η αναγέννηση…… Μετά την οθωμανική αυτοκρατορία, ήρθε η επανάσταση του ’21…..

Παρασκευή 9 Ιουλίου 2021

Πόσο κοντά;

 



 

Έπιασε το πόμολο της εξώπορτας και το κατέβασε, αλλά η πόρτα δεν άνοιξε. Το φωτάκι ήταν κόκκινο…. Στην κάρτα δεν υπήρχαν άλλα χρήματα.

Εγκλωβισμένη στο ίδιο της το σπίτι….

Γύρισε στο σαλόνι και κάθισε στον καναπέ. Έβαλε το κεφάλι ανάμεσα στις παλάμες της και ξέσπασε σε λυγμούς. Στο ψυγείο δεν είχε σχεδόν τίποτα. Μισό ψωμί, δυο αβγά κι ένα μαρούλι. Στο ντουλάπι της κουζίνας, τρεις κονσέρβες με τόνο και μια με φασόλια. Θα μπορούσε να περάσει κανά δυο μέρες. Και μετά τι;

Το επίδομα αργούσε. Διακόσια ευρώ έδινε η κυβέρνηση στους νέους που δεν έβρισκαν δουλειά και ήταν καταγεγραμμένοι στους καταλόγους. Την τελευταία στιγμή είχε καταφέρει να κάνει την αίτηση. Μόλις την προηγούμενη μέρα εγκρίθηκε. Η πρώτη πληρωμή θα γίνονταν στις 23 και σήμερα είχε 9. Μέχρι τότε τι θα έκανε; Δεν είχε κανέναν άνθρωπο στον κόσμο για να τη βοηθήσει.

Ο πατέρας της, η παρηγοριά της, πέθανε πριν λίγους μήνες από επιπλοκές μετά τη δεύτερη δόση του εμβολίου. Το εμβόλιο που θα τον έσωζε από τον φονικό ιό, τον έστειλε νωρίτερα. Και η ίδια το ‘χε κάνει. Και τις δυο δόσεις, αλλά μάλλον έφταιγε το νεαρό της ηλικίας της και δεν είχε προβλήματα, εκτός από ένα μικρό πρήξιμο στον ώμο και κάτι δέκατα.

Ό,τι χρήματα είχαν στον κοινό τους λογαριασμό, χρησιμοποιήθηκαν για την αποτέφρωση. Ναι, αποτέφρωση, γιατί τελευταία, οι κυβερνώντες διατείνονταν, πως μόνο με την αποτέφρωση περιορίζονταν η εξάπλωση των μεταλλάξεων του ιού. Γι’ αυτό και η θυρίδα της κάρτας στην εξώπορτα. Έβγαινες με χρονοδιάγραμμα. Όσα λεφτά έβαζες, τόση ώρα μπορούσες να λείψεις. Με τον απαραίτητο εξοπλισμό. Γάντια, γυαλιά, μάσκα, γαλότσες….. και απαραιτήτως μαζί σου τον αισθητήρα…..για να μην πλησιάσεις κανέναν σε λιγότερο από τα δυο μέτρα, εκτός από τους συγγενείς. Πως γίνονταν αυτό; Ο αισθητήρας μπορούσε να καταλαβαίνει από την έκκριση των αδένων των ανθρώπων, αν είχαν το ίδιο DNA. Όπως οι σκύλοι καταλάβαιναν τον φόβο από την μυρωδιά που εξέπεμπαν, έτσι και αυτός. Σε αυτή την ιδιότητα βασίστηκαν οι επιστήμονες. Ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της εποχής, μαζί με τόσα άλλα….

Το στόμα της ξεράθηκε από τα αναφιλητά. Με μάτια θολά και κόκκινα από τα δάκρυα, σηκώθηκε να πάει στην κουζίνα για λίγο νερό και σκόνταψε στην πολυθρόνα χτυπώντας τα δάχτυλα του ποδιού της. Μια βρισιά βγήκε από το στόμα της και ξανά άρχισε να κλαίει, αυτή τη φορά από τον πόνο. Κουτσαίνοντας έφτασε στη βρύση και γέμισε την κούπα που ήταν ήδη στον νεροχύτη. Ήπιε με λαχτάρα. Το νερό ήταν δροσερό και το ένιωσε να κατεβαίνει στο στομάχι της. Αυτό την ανακούφισε, κάπως.

Ακούμπησε το φλιτζάνι στον πάγκο και άνοιξε το ψυγείο, με την ελπίδα να ήταν γεμάτο. Η εικόνα την έφερε σε κατάσταση πανικού. Άρχισε να αναπνέει με δυσκολία. Μια πέτρα πίεζε το στέρνο της. Η καρδιά της χτυπούσε σαν τρελή και κρύος ιδρώτας την έλουσε. Έσκυψε πιο κοντά στην ανοιχτή πόρτα του ψυγείου, ανασαίνοντας βαριά. Έκλεισε τα μάτια και προσπάθησε να εκλογικεύσει την κατάσταση. Δεν πέθαινε. Τουλάχιστον, όχι ακόμη. Κρίση πανικού, ήταν. Θα περνούσε σε λίγα λεπτά. Λεπτά, που τη δεδομένη στιγμή, φάνταζαν αιώνες.

Ξάπλωσε εκεί, μπροστά στο ανοιχτό ψυγείο, με τα μάτια ακόμα κλειστά και τις ζοφερές σκέψεις να συνθλίβουν το μυαλό της.

«Θα πεθάνω! Τώρα! Εδώ! Μόνη μου! Βοήθεια, κάποιος…».

Αλλά ποιος; Δεν υπήρχε κανείς. Η πολυκατοικία που ζούσε ήταν ένα ερείπιο με κανά δυο άλλους ενοίκους. Έναν ναρκομανή, στο ισόγειο, που μπορούσε να πηδήξει από το μπαλκόνι, ό,τι ώρα ήθελε, γιατί είχε ξεχαρβαλώσει τα κάγκελα του μπαλκονιού και μια σκατόγρια στον τρίτο, που κάθε φορά που τον έβλεπε να το κάνει, έφερνε την αστυνομία.

Φυσικά και είχαν προνόμια οι καταδότες. Από περισσότερο χρόνο εξόδου έως και τριακόσια ευρώ στον λογαριασμό τους. Μια περιουσία είχε κάνει η παλιόγρια εξαιτίας του. Έδινε στεγνά και τους γείτονες, από την απέναντι πολυκατοικία, αλλά οι δυο οικογένειες και το ζευγάρι που ζούσαν εκεί, γνώριζαν τι έκανε και τις περισσότερες φορές ήταν τυπικοί.

Για ένα τελείως παράξενο λόγο, που η ίδια δεν μπορούσε να εξηγήσει, δεν είχε καταγγείλει ποτέ ούτε αυτή ούτε τον πατέρα της. Υπήρξαν φορές που θα μπορούσε να το κάνει. Μια φορά, μάλιστα, είχε φοβηθεί πάρα πολύ όταν ο πατέρας της είχε παραβιάσει την εξώπορτα και μια ολόκληρη εβδομάδα δεν χρησιμοποιούσαν την κάρτα. Από σπόντα τους έπιασαν, σε έναν τυπικό έλεγχο που έκανε η τράπεζα, κατά καιρούς. Ανά διαστήματα, όταν ψώνιζε κάποιος από κατάστημα έξω από το σπίτι έβλεπαν πόσο χρόνο χρεώθηκε για την έξοδό του.

Το πρόστιμο τους κόστισε πεντακόσια ευρώ, μόνο για εκείνη τη μέρα. Ισχυρίστηκαν πως το μηχάνημα έπαθε εμπλοκή και η πόρτα άνοιξε μόνη της…. Αν τους πίστεψαν; Όχι, φυσικά. Ρώτησαν την γριά…. Κανείς από αυτούς δεν πατούσε ποτέ το πόδι του στην δική τους μεριά της πόλης. Με τηλεδιάσκεψη έγινε η δουλειά. Το τι είπε ή όχι κανείς δεν ήξερε στα σίγουρα. Τις επόμενες μέρες, έφερε ο πατέρας της έναν χακερά που γνώριζε πως να επιδιορθώσει την θυρίδα χωρίς να το καταλάβει η τράπεζα και γύρισαν ξανά στους παλιούς ρυθμούς. Το θέμα έκλεισε εκεί.

Οι παλμοί άρχισαν να καταλαγιάζουν και η αναπνοή της γύρισε στο φυσιολογικό. Άνοιξε τα μάτια της και κοίταξε το ταβάνι. Κομμάτια από χρώμα, κρέμονταν έτοιμα να πέσουν. Στην δεξιά γωνιά του δέσποζε μια μαυρίλα από υγρασία, που κατέβαινε πίσω από τα ντουλάπια. Η απαίσια μυρωδιά χτυπούσε τα ρουθούνια της κάθε φορά που τα άνοιγε για να πάρει κάτι.

Σηκώθηκε σιγά-σιγά για να καταλαγιάσει την σκοτοδίνη που αισθανόταν κι έκλεισε την πόρτα του ψυγείου. Θα προσπαθούσε να κρατήσει την πείνα της μέχρι το απόγευμα. Αν προσπερνούσε γεύματα, ίσως η τροφή έφτανε για καμιά μέρα παραπάνω. Κατευθύνθηκε στην κρεβατοκάμαρα. Ξάπλωσε στα λερωμένα σεντόνια, που λεφτά για απορρυπαντικό, πήρε το ξεθωριασμένο βιβλίο στα χέρια της και χάθηκε για λίγο, μέσα στις κιτρινισμένες σελίδες του. Χωρίς να το καταλάβει, την πήρε ο ύπνος.

Η γριά έκλεισε την οθόνη του μόνιτορ. Για καμιά ώρα θα μπορούσε να ασχοληθεί με τον εαυτό της. Θα ετοίμαζε το γεύμα της και θα το έτρωγε όταν η μικρή ξυπνούσε…… Που να ‘ξερε πως ο πατέρας της είχε κάνει συμφωνία για τις κάμερες μέσα στο σπίτι τους;  

Τρίτη 16 Μαρτίου 2021

Ο καβγάς



«Δε μου λες; Που είναι η μπλούζα μου;», τη ρώτησε εκνευρισμένος.

«Ποια, χριστιανέ μου; Την φοράς!», απάντησε εκείνη.

«Όχι αυτή! Η μπλε!».

«Την μπλε τη φορούσες μια βδομάδα και την έβαλα για πλύσιμο!», θα σκοτωθούμε, σκέφτηκε.

«Σιγά μη και δεν τη φορούσα κανένα μήνα! Γιατί δεν την έπλυνες; Τι θα βάλω, εγώ, τώρα για να πάω στη δουλειά; Όχι, σε ρωτάω! Τι θα βάλω, ε;», είχε γουρλώσει τα μάτια και την κοίταγε με τα χέρια ανοιχτά, λες και η μπλούζα που φορούσε ήδη, ήταν κουρέλι.

«Μην τολμήσεις, κακομοίρη μου και την βγάλεις από το καλάθι με τα άπλυτα, θα γίνει χαμός!», τον απείλησε.

«Ό,τι θέλω θα κάνω!», της απάντησε κι έτρεξε στο μπάνιο.

«Αν την βγάλεις από ‘κει, θα τη σκίσω και θα την πετάξω στην σόμπα να την κάψω. Ακούς τι λέω; Θα την κάψω! Λες και δεν έχεις άλλη μπλούζα να βάλεις! Αν ανοίξεις την ντουλάπα, θα πέσουν στο κεφάλι σου! Τόσες πολλές  μπλούζες έχεις! Κόλλησες με την μπλε και την έκανες ένα με το δέρμα σου…… Άντε μην σου πω καμμιά κουβέντα, πρωί-πρωί….. ούτε καφέ δεν έχω πιεί η γυναίκα…..», πήγε από πίσω του και φώναζε έξω από την πόρτα του μπάνιου.

Το πόμολο κουνήθηκε και η πόρτα άνοιξε απότομα. Εμφανίστηκε μπροστά της με το δάχτυλο παρατεταμένο, σαν δάσκαλος που απευθύνεται σε μαθητή που δεν έχει κάνει την εργασία του.

«Να μην ξαναγίνει, αυτό! Αφού ξέρεις….», άρχισε να μαλακώνει, γιατί ήξερε εκ των προτέρων πως ήταν ικανή να το κάνει. Να την κάψει και να χάσει την αγαπημένη του φορεσιά….

«Δεν ξέρω, τίποτα! Είσαι απαράδεκτος! Δεν υπάρχει περίπτωση ούτε μια στο εκατομμύριο, να βάλω πλυντήριο με ένα μόνο πράγμα μέσα. Χθες την έβγαλες…… Αν δεν συμπληρωθούν τα ρούχα, ξέχνα τη την μπλούζα….».

«Και πότε θα συμπληρώσεις, εσύ, δέκα κιλά ρούχα; Εγώ φταίω, που πήγα και σου πήρα καινούριο πλυντήριο….. Τι σκεφτόμουν όταν είδα πως παίρνει τόσα πολλά; Έπρεπε να το καταλάβω πως θα μου έκανες τη ζωή δύσκολη….», περισσότερο μονολογούσε παρά της απευθυνόταν.

«Πότε θα συμπληρωθεί; Ρωτάς εσύ που αλλάζεις σώβρακο κάθε μέρα; Πάντως μου κάνει εντύπωση….. Όχι, δεν λέω…. καλή συνήθεια αυτή…. Με τα εσώρουχα, γιατί, για τα εξώρουχα… δεν έχω λόγια…..», του αντιγύρισε.

«Δεν κατάλαβα; Υπονοείς κάτι;», την ρώτησε επιθετικά.

«Όχι, δεν υπονοώ τίποτα! Ακριβώς, αυτό λέω! Άντε έλα να φτιάξω καφέ τώρα, γιατί περνάει η ώρα και θα αργήσεις στη δουλειά!», την ακολούθησε στην κουζίνα.

Έκατσε στο τραπέζι, άπλωσε το χέρι του και πήρε μια φρυγανιά με μαρμελάδα για να φάει, μέχρι να γίνει ο καφές. Την ώρα που την δάγκωσε, έφυγε ένα κομμάτι και έπεσε πάνω στο στήθος του.

«Σκατά! Πάει κι αυτή η μπλούζα!», αναφώνησε.