Πέμπτη 10 Δεκεμβρίου 2020

Το χρονικό μιας κατσαρίδας

η φωτό από το ίντερνετ


Δυο εβδομάδες πριν, ένα ηλιόλουστο Σάββατο, σηκώθηκα χαρούμενη από το κρεβάτι μου με σκοπό να βγω για ψώνια. Ντύθηκα, πλύθηκα, έβαλα τον αγαπημένο μου ιντερνετικό σταθμό στον υπολογιστή, έφτιαξα το καφεδάκι μου και το απόλαυσα στην κουζίνα μου, φτιάχνοντας τη λίστα με τα αγαθά που ήθελα να αγοράσω.

Περιχαρής που ο καιρός ήταν με το μέρος μου, ξεκίνησα με το αυτοκίνητο και έχοντας πάρει όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, την εξόρμηση στα σούπερ μάρκετς. Φυσικά, δεν έλειπε από την τσάντα μου το έγγραφο με όλα τα στοιχεία, για το σκοπό της περιπλάνησής μου.

Έκανα τα πάντα με το γράμμα του νόμου…… κι όμως…..

Γύρισα στο σπίτι…. και μέχρι το βράδυ….. είχα στη βάση του λαιμού μου ένα γαργαλητό.

«Δεν θα ‘ναι κάτι…», σκέφτηκα.

«Το βρωμοτσίγαρο…. Να δω πότε θα το κόψω….», συνέχισα τη σκέψη μου.

Ε, λοιπόν, όχι, σας πληροφορώ, δεν ήταν το τσιγάρο. Γιατί την επόμενη μέρα, που σηκώθηκα από το κρεβάτι μου, ένιωθα το σώμα μου σαν να το είχε πατήσει οδοστρωτήρας. Πονούσα παντού, ειδικά στο στήθος και ένιωθα, επίσης, εξάντληση. Το πρώτο πράγμα που πέρασε από το μυαλό μου ήταν ακριβώς αυτό:

«Θεέ μου, θα πεθάνω! Κόλλησα τον ιό! Δεν την βγάζω καθαρή…..», πανικός.

Βιντεοκλίση……

Επικοινωνία….

«Μάνα, άνοιξε την κάμερα, με προλαβαίνεις, δεν με προλαβαίνεις…..», ούρλιαζα μες το κεφάλι μου.

Κάποτε βλέπω στην οθόνη μου, ένα χαμογελαστό πρόσωπο, γεμάτο χαρά.

«Καλημέρα!!! Τι κάνεις;», μου λέει.

«Μαμάκα μου, δεν είμαι καλά!», της λέω.

«Εγώ μια χαρά σε βλέπω!», εξακολουθεί εκείνη.

«Μανούλα μου, δεν είμαι καλά, σου λέω. Μάλλον, εεε…. μάλλον κόλλησα τον ιό….», ήθελα να της το φέρω με τρόπο, αλλά δεν άντεξα.

«Να σου πω ότι έχω αρκετές μέρες που προληπτικά παίρνω βιταμίνες και πρόπολη….. αλλά….. ξέρω ‘γω; Θα ζήσω;», τι της έλεγα της γυναίκας πάνω στον πανικό μου ούτε που ήξερα.

Εκείνη ατάραχη.

«Εντάξει, μην κάνεις έτσι. Κι άλλοι δικοί μας το περνάνε και είναι σε συνεννόηση με γιατρούς. Θα μιλήσω μαζί τους και θα σε πάρω μετά να σου πω τι θα κάνεις. Μόνο κράτα την ψυχραιμία σου, μπορεί να μην είναι και τίποτα.», θαυμάζω το κουράγιο της, πραγματικά.

Αν ήμουν εγώ στη θέση της δεν ξέρω τι θα έκανα, έτσι και μόνο στην υποψία πως το παιδί μου έχει κάτι, θανατηφόρο.

Μου έκλεισε την συνομιλία και με άφησε στα μαύρα σκοτάδια. Μπουκώθηκα κι εγώ τις βιταμίνες και ξάπλωσα περιμένοντας. Το τέλος μου; Την γιατρειά; Δεν ξέρω να σας πω.

Μέχρι το μεσημέρι τα συμπτώματα είχαν επιδεινωθεί, αλλά με σουπίτσα, τσαγάκια -πρόπολη, βιταμίνες, παυσίπονα ανά τετράωρο- μπορούσα να σταθώ στα πόδια μου, για λίγο βέβαια.

Η μαμά με πήρε κάποια στιγμή να με ενημερώσει πως έπρεπε να κάνω υπομονή, να παρακολουθώ τα συμπτώματα και να προσέχω αν έχω δύσπνοια. Τι να πω; Δεν έβηξα ούτε μια φορά. Δεν φταρνίστηκα επίσης καμιά, αλλά….. το στήθος μου πονούσε αρκετά, ειδικά στα πλευρά που ένιωθα σαν κάποιος να μου ‘χε δώσει κλωτσιές.

Την τρίτη με τέταρτη μέρα έχασα την γεύση και την όσφρησή μου, περιττό να σας πω, πως, εδώ βεβαιώθηκα για το τι ακριβώς είχα. Μαζί με αυτό το σύμπτωμα μου ‘ρθε κι ένα άλλο που με δυσκόλεψε πάρα πολύ τις επόμενες πέντε μέρες, περίπου. Η ζαλάδα.

Ναι, ναι. Όχι η φυσιολογική, αυτή που βρίσκεσαι μέσα σε καράβι με φουρτούνα. Είχα και από αυτή, αλλά η άλλη ήταν χειρότερη. Εμφανίστηκε μέσα στον ύπνο μου, όταν άλλαξα πλευρό. Ένιωσα πως το μυαλό μου ήταν ζελές, ναι-ναι, ζελές και πήγε στη θέση του δυο δεύτερα μετά που γύρισα…… Σαν να βυθιζόμουν… σε δίνη να πω;

Αυτά όλα κράτησαν εννιά με δέκα μέρες. Δεν έκανα ούτε πυρετό. Μόνο μια φορά ένα 37άρι κι αυτό ήταν όλο.

Η μαμά, σε συνεχή επικοινωνία μαζί μου, με ενημέρωσε πως οι συγγενείς μας το πέρασαν λίγο πιο βαριά από μένα, ένας έφτασε λίγο πριν να διασωληνωθεί, αλλά τελικά βγήκαν και αυτοί νικητές.

Το Σάββατο κλείνω επίσημα δεκαπέντε μέρες. Ακόμη δεν είμαι στα καλύτερά μου, αλλά νομίζω πως ο συμβίος μου έχει δίκιο για αυτό που μου λέει:

«Τι φοβάσαι, ρε γυναίκα; Εσύ και οι κατσαρίδες…..», με αγαπάει δεν μπορώ να πω……

 

Υ.Γ. Τεστ, δεν έκανα. Νομίζω πως ήταν ηλίου φαεινότερον.

Δεν ξέρω να σας πω, γιατί εγώ το πέρασα με ήπια συμπτώματα.

Αυτό που έχω να πω…. Πέρα από τη χιουμοριστική διάθεση. Ήταν δύσκολα, ακόμη και για μένα. Όχι μόνο επειδή τα συμπτώματα με εξάντλησαν σωματικά. Εξαντλήθηκα και ψυχολογικά, άσχετα που είχα την στήριξη των δικών μου ανθρώπων (από μακριά, φυσικά). Νομίζω καταλαβαίνετε τους λόγους.

Γι’ αυτό φέτος τις γιορτές δεν έχω να ευχηθώ τίποτα άλλο εκτός από το να έχουμε όλοι στον πλανήτη Υγεία. Υγεία. Υγεία.

ΤΕΛΟΣ


Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2020

Δεν ξέρω τι να πιστέψω πια...

 





Η τηλεόραση από το πρωί έως το βράδυ δεν σταματά να μιλά για θανάτους και για κρούσματα που αυξάνονται ραγδαία. Στο ίντερνετ οι γνώμες διίστανται….

Η κυβέρνηση θυμήθηκε ξαφνικά πως πρέπει να προστατεύσει τους πολίτες της, χτυπώντας τους και κόβοντάς τους πρόστιμα. Με αυστηρούς ελέγχους, απαγόρευση κυκλοφορίας και κλείνοντας τα στόματά τους τους απομόνωσε από συγγενείς και φίλους.

Κι εγώ θέλω να πάψω να πιστεύω και να γνωρίσω τι πραγματικά συμβαίνει….

Γιατί πριν την έξαρση του κορωνοϊού ψηφίστηκε νόμος για μαζικούς εμβολιασμούς με εντολή του υπουργού υγείας κατά το δοκούν;

Θέλω να το προσπεράσω αυτό, αλλά μου είχε κάνει εντύπωση και δεν μπορώ να το ξεχάσω.

Αν πραγματικά ήθελαν όλοι αυτοί να κάνουν κάτι για τους πολίτες της χώρας τους, γιατί έριξαν εκατομμύρια ευρώ στα κανάλια και στους λαθρομετανάστες και δεν φρόντισαν να φτιάξουν ΜΕΘ για να σώσουν κόσμο;;;

Θα ήθελα να γνωρίζω και όχι να πιστεύω αν αυτός ο ιός είναι σε όλους τους συνανθρώπους μου που νοσούν κορωνοϊός και όχι γρίπη ή κάποιο άλλο στέλεχος κορωνοϊού που ήδη υπάρχουν και δεν είναι επικίνδυνοι;

Πανδημία…. Επιδημία….. δεν γνωρίζω καν τι από τα δυο είναι το σωστό…..

Δεν διαφωνώ με την προστασία των πολιτών. Τηρώ τα μέτρα γιατί δεν θέλω να αρρωστήσω ούτε από γρίπη και προσπαθώ να δυναμώσω το ανοσοποιητικό μου πρώτα για μένα και μετά για τους δικούς μου ανθρώπους, αλλά δεν καταλαβαίνω πόση αλήθεια υπάρχει κάτω από όλη αυτή την τρομοκρατία…..

Ναι, γνωρίζω άτομα που νοσούν ή νόσησαν, ευτυχώς με ήπια συμπτώματα και δεν υπήρξαν απώλειες. Έμαθα για άλλους που έφυγαν από τη ζωή, αλλά δεν βρέθηκε κάποιος να επιβεβαιώσει…..

Έμαθα κι άλλα που θα ήθελα να τα καταθέσω, όμως δεν υπάρχει τεκμηριωμένη επιχειρηματολογία….

Δεν είμαι αρνήτρια. Δεν μπορεί να υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά. Αναρωτιέμαι μόνο, πόσες φορές βγήκε ο βούρδουλας άδικα στους πολίτες; Θυμηθείτε συνταξιούχους που χτυπήθηκαν γιατί δούλεψαν μια ολόκληρη ζωή για μια αξιοπρεπή σύνταξη και τους την έκοψαν αφήνοντάς τους ψίχουλα…. Λέω εγώ τώρα…..

Και πως θα γνωρίζω την αλήθεια για τις φαρμακοβιομηχανίες όταν τα μεγαλύτερα σκάνδαλα παγκοσμίως είναι για αυτές;;; Δες Novartis…. και ποτέ δεν θα τιμωρηθεί κανείς……

Για να γίνει ένα εμβόλιο, ένα φάρμακο…. χρειάζεται αρκετός χρόνος, δεν το λέω εγώ αυτοί το λένε και ξαφνικά σε μερικούς μήνες σκοτώνονται μεταξύ τους για το ποιο θα κυκλοφορήσει πρώτο…. Τα πειράματα σε τι πάνω τα κάνουν;;;; Σε ζώα;;; Σε ανθρώπους;;;; Είναι ηθικό αυτό;;;;

Το μόνο πράγμα που εύχομαι για την ανθρωπότητα είναι να υπάρξει ειλικρίνεια και διαφάνεια…… Να βρεθεί κάποιος που να αγαπά πραγματικά τον άνθρωπο και την φύση και όχι ό,τι γυαλίζει…..

Καλημέρα Κόσμε!

Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2020

Καλή αυριανή!!!


 

Σήμερα το «πρωί» ξύπνησα με την καλύτερη διάθεση. Είχα να νιώσω, έτσι, πάρα πολύ καιρό. Το παντζούρι ήταν κλειστό και δεν μπορούσα να προσδιορίσω την ώρα, αλλά αφού ήταν σκοτεινά, σκέφτηκα πως, ακόμη, θα ήταν νωρίς. Πέταξα τα σκεπάσματα και σηκώθηκα. Πήγα στο παράθυρο, το άνοιξα και πριν τολμήσω να ξαγκιστρώσω το μάνταλο από το παντζούρι, μου ‘ρθε στα μούτρα η βροχή……

«Τι στο καλό;», σκέφτηκα.

«Το χθεσινό δελτίο έλεγε βροχές από το  μεσημέρι και μετά…..».

Μόνο τότε κοίταξα το ρολόι που είχα πάνω στο κομοδίνο. Μία και είκοσι.

«Όχι, όχι, όχι…. Δεν είναι δυνατόν….. Τι θα προλάβω να κάνω τώρα; Να φτιάξω καφέ, να βάλω το φαΐ να γίνεται ή να βάλω το πλυντήριο να πλένει και μετά να κάνω καφέ; Πρέπει, όμως, να βάλω και το φαΐ στη φωτιά. Ο Στέλιος σχολάει στις τρεις και μέχρι τις και μισή, είναι στο σπίτι……. Ωωω…. σκ@τ@», μονολογούσα κι έκανα κύκλους γύρω από τον εαυτό μου.

Καφές. Ο κόσμος να χαλούσε, έπρεπε πρώτα να πιώ καφέ. Δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρξει λογική και συγκέντρωση, χωρίς να κυλίσει στις φλέβες το μαύρο ζουμί…. να φτάσει στο κεντρικό νευρικό σύστημα και από κει στον εγκέφαλο, για να δουλέψει.

Μπήκα στην κουζίνα και άναψα το φως. Άνοιξα το ντουλάπι. Το μπρίκι κοπάνησε τη μύτη μου και έπεσε με κρότο πάνω στον πάγκο. Το ότι σκοτείνιασαν όλα γύρω μου, νομίζω πως, δεν χρειάζεται, καν, να το αναφέρω. Τα μάτια μου δάκρυσαν από τον πόνο. Για τα επόμενα πέντε λεπτά, έκλαιγα, ούρλιαζα και προσπαθούσα να φτιάξω τον ρημαδοκαφέ στο γκαζάκι.

Εκείνη ακριβώς την ευλογημένη ώρα, χτύπησε το σταθερό. Μέχρι να πάω δυο βήματα στο σαλόνι, να το βρω και να το σηκώσω….. ο καφές είχε χυθεί. Έτρεξα να τον προλάβω, αλλά το τραπεζάκι βρέθηκε στο δρόμο μου. Ξυπόλητη καθώς ήμουν…. το μικρό δαχτυλάκι βρήκε στη γωνία…… Ναι ναι, στη σκοτεινή γωνία που ξεφυτρώνει, εκεί, που δεν την σπέρνουν.

Με σφιγμένα τα δόντια απάντησα με μουγκρητό στον συνομιλητή μου.

«Παρακαλώ;», το πόσο απειλητικό ακούστηκε το κατάλαβα από κλικ που έκανε η γραμμή κι έκλεισε.

Κουτσαίνοντας, πήγα ξανά στην κουζίνα. Πέταξα το σταθερό στο τραπέζι, έκλεισα το γκαζάκι, έβαλα στην κούπα ό,τι έμεινε από τον καφέ….. μαζί με το κατακάθι και με τη μύτη μου να τρέχει από τα δάκρυα και τους πόνους, καθάρισα τον πάγκο και το δάπεδο.

Τελειώνοντας, κάθισα στον καναπέ, να πιώ μια γουλιά για να συνέλθω. Ακούμπησα τα χείλη μου στο φλιτζάνι και καθώς τράβηξα μια γενναία ρουφηξιά, μου ήρθε αηδία. Ούτε κατάλαβα πως το ΄φτυσα από το στόμα μου. Αυτό το πράμα, δεν ήταν καφές….. ήταν ….. αλήθεια…. τι ήταν; Και τότε θυμήθηκα…. Είχα αρχίσει ομοιοπαθητική και τον είχα αντικαταστήσει, την προηγούμενη, με ρεβιθοκαφέ.  

«Που να πάρει η οργή!!!! Πρώτα το δοκιμάζει ο κόσμος και μετά το χρησιμοποιεί…..», αλλά που να ‘ξερα, τρομάρα μου.

«Θα πίνετε.», φαντάστηκα.

Πάντως, αν είστε λάτρεις του καφέ, δεν θα  σας τον συνιστούσα, για κανέναν λόγο. Εκτός κι αν δεν σας είχα πάρει με καλό μάτι…. Να τα λέμε αυτά.

Πήρα το τηλέφωνο στα χέρια και παράγγειλα έναν. Δεν είχα σκοπό να το διακινδυνεύσω δεύτερη φορά. Στα κομμάτια η ομοιοπαθητική και τα καλά της…..

Όταν, επιτέλους, πήρα στα χέρια το αγαπημένο μου χαρμάνι και ήπια την πρώτη γουλιά, ένιωσα ξανά τον κόσμο να γυρίζει.

Ο πόνος στο δαχτυλάκι είχε υποχωρήσει. Το ίδιο και ο πόνος στη μύτη. Βέβαια και τα δυο είχαν πρηστεί και μελανιάσει, δεν θα μπορούσα να βάλω παπούτσια ούτε τα γυαλιά μου, αλλά ποιος έδινε σημασία; Είχα τον πολυπόθητο καφέ μου. Θα σκεφτόμουν αργότερα τι θα έκανα με αυτά. Τώρα έπρεπε να σκεφτώ τι να μαγειρέψω. Η ώρα είχε προχωρήσει αρκετά και δεν είχα χρόνο για τα φασολάκια που ήταν καθαρισμένα και πλυμένα στο ψυγείο.

Θα έκανα αβγά τηγανιτά.

Μου φάνηκε πολλή καλή ιδέα…..

Άναψα το μάτι της κουζίνας, έβαλα το τηγάνι πάνω στο μάτι και πήγα στο ψυγείο να βγάλω το βούτυρο. Η μυρωδιά από το χαλασμένο λεμόνι ήρθε στην πληγωμένη μύτη μου. Την σούφρωσα και η σουβλιά που ένιωσα έφερε δάκρυα στα μάτια μου.

«Που τα ‘χω βάλει τα λεμόνια; Δεν είναι σε αυτή τη σακούλα. Όχι! Κάτσε να δω στο πάνω συρτάρι. Ούτε εκεί είναι! Μα που στο καλό είναι; Πίσω από τη φέτα;», μονολογώντας χώθηκα πιο βαθιά στα ράφια του.

Κάνοντας στην άκρη το μπολ με τη φέτα….. δεν πρόσεξα το βαζάκι με το αγγουράκι τουρσί…… Έπεσε, ακριβώς, δίπλα στο πληγωμένο μου δαχτυλάκι…. κι έσπασε….. και τότε…… μύρισα και τον καπνό……

Πανικός. Από τη μια ζουμιά, γυαλιά, τουρσιά και από την άλλη το τηγάνι να βγάζει καπνούς….. Έτρεξα στην κουζίνα, με ένα γυαλί καρφωμένο στη φτέρνα κι έκλεισα το μάτι. Προσπάθησα μάταια να το ξεκολλήσω. Έκαιγε. Δεν μπορούσα να το πιάσω. Τρεις φορές έκαψα το χέρι μου…..

Το γυαλί, εξακολουθούσε να είναι καρφωμένο στο πόδι μου. Κάθισα στην καρέκλα και προσεκτικά το έβγαλα. Εκτίμησα τη ζημιά. Τίποτα σοβαρό. Από ένστικτο, δεν το είχα πατήσει με δύναμη. Κόπηκα, αλλά όχι βαθιά. Καθάρισα την πληγή με βαμβάκι και οινόπνευμα, έβαλα έναν αυτοκόλλητο επίδεσμο και επιτέλους, φόρεσα τις παντόφλες μου.

Όρθια στη μέση της κουζίνας, με το ένα πόδι να πατά στις μύτες όπως ο πελαργός, κοίταξα τριγύρω. Βομβαρδισμένο τοπίο κι εγώ εκεί, σαν τον τελευταίο στρατιώτη, μαύρη από την κάπνα, με μάτια κόκκινα από τα δάκρυα, πληγωμένη και απελπισμένη, να μην ξέρω από που να ξεκινήσω.

Ο Στέλιος με βρήκε σε αυτή τη θέση, ακριβώς. Το βλέμμα μου είχε σταθεί στο ημερολόγιο που κρέμονταν στον τοίχο της κουζίνας. Τρίτη 13 Οκτωβρίου 2020…… Έπεσα στην αγκαλιά του κλαίγοντας…..

Τρίτη 15 Σεπτεμβρίου 2020

Αμπελοφιλοσοφίες

 




Κάποιος λόγος σοβαρός θα υπάρχει για να τις ονόμασαν έτσι. Υποπτεύομαι έναν. Τον κάνω και εικόνα μάλιστα.

Ένα τσούρμο άνθρωποι, κάτω από κλήματα, με μπόλικο κρασί και σταφύλια, κουβεντιάζουν περί ανέμων και υδάτων. Κι εκεί που η ώρα περνάει και ο ήλιος δίνει τη θέση του στο φεγγάρι, οι κουβέντες αλλάζουν και γίνονται πιο βαθυστόχαστες.

Τι είμαστε; Από που ερχόμαστε; Που πάμε;

Δεν νομίζω να υπάρχει κάποιος να μου πει πως δεν μπήκε ποτέ στη διαδικασία αυτή. Μπορεί το περιβάλλον να αλλάζει, μπορεί το κρασί να είναι άλλο ποτό, μπορεί το φαγητό να είναι διαφορετικό, αλλά οι κουβέντες είναι πάντα οι ίδιες.

Οι απόψεις διίστανται και υπάρχουν διαφωνίες, όμως τα ερωτήματα μένουν αναπάντητα. Κανείς μέχρι σήμερα δεν ξέρει να μας πει στα σίγουρα. Αυτό που καταλαβαίνουμε, μάλλον, είναι πως περνώντας τα χρόνια εμείς οι ίδιοι αλλάζουμε.

Δεν ξέρω αν γινόμαστε σοφότεροι, αν και θα ήθελα με όλη μου την καρδιά αυτό να πιστεύω, οι ενδείξεις, που έχω όμως, μόνο κάτι τέτοιο δεν αποδεικνύουν, γιατί, όσα πιο πολλά μαθαίνει κανείς, αμέσως καταλαβαίνει το πόσο, πραγματικά, λίγα γνωρίζει. Τα ερωτηματικά γιγαντώνονται και οι απαντήσεις λιγοστεύουν. Υπάρχουν απαντήσεις, αλλά δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να τις δώσει.

Και τι με αυτό; Έπαψε να γυρίζει η γη; Όχι, βέβαια. Ο κόσμος θα εξακολουθεί να υπάρχει. Να ζει και να πεθαίνει. Εξάλλου, αν γνωρίζουμε κάτι πολύ καλά, είναι το εξής: Η ύλη έχει ημερομηνία λήξης. Κι ενώ το γνωρίζουμε, συμπεριφερόμαστε σαν να συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Γιατί αν δίναμε την ελάχιστη έστω σημασία, τώρα θα είμαστε πολύ διαφορετικοί άνθρωποι.

Καλό σας βράδυ, φίλοι μου!!!

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2020

Οι κολλητές εν μέσω κορωνοϊού



Το τηλέφωνο χτύπησε. Μια, δυο, τρεις....
"'Ωχου, τι θέλει πάλι αυτή; Με έπρηξε από το πρωί!", είπε δυνατά στον εαυτό της η Αντιγόνη.
"Άστο μωρέ! Μπορεί να είναι ανάγκη.....", πάτησε στην οθόνη το πράσινο σύμβολο και το έβαλε στο αφτί της, για να το μετανιώσει την αμέσως επόμενη στιγμή.
"Αντιγόοοονηηηη το είδες αυτό στις ειδήσεις; Απαγόρευση της κυκλοφορίας. Με δελτίο θα βγαίνουμε έξω. Τι θα κάνουμε τώρα; Εγώ που παθαίνω ψυχοπλάκωμα και πρέπει να κάνω τον καθημερινό μου περίπατο, πως θα κλειστώ μέσα στα τέσσερα ντουβάρια; Πνίγομαι! Μας έκοψαν το καφεδάκι μας, που το πίναμε τα πρωινά στο "Γλυκό καφέ". Έκοψαν τις βόλτες μας στον περιφερειακό, το βράδυ,  που πίναμε το κρασάκι μας στο παγκάκι παρατηρώντας τον έναστρο ουρανό. Θα πεθάααανωωω......", ο τόνος της ήταν εντελώς δραματικός.
"Όπα, όπα! Σωσώ, σταμάτα!", τι να της έλεγε τώρα;
"Μην πανικοβάλλεσαι! Συγκεντρώσου και άκουσέ με σε παρακαλώ! Για το καλό μας είναι. Αυτό το πράγμα που κυκλοφορεί έξω μπορεί να μας σκοτώσει. Αν καθίσουμε μέσα θα περιορίσουμε την μεταδοτικότητά του και θα σπάσουμε την αλυσίδα. Αν θέλουμε να σταματήσει πρέπει να ακολουθήσουμε τους κανόνες!  Τι θα πάθεις λίγες μέρες μέσα στο σπίτι; Άσε που σου δίνεται η ευκαιρία να κάνεις καμιά δουλειά, που οι αράχνες έκαναν περίτεχνα σχέδια γύρω από τα φωτιστικά σου!!!!", αυτό το τελευταίο  τι το 'θελε;
"Με λες... μες τα μούτρα μου, ανοικοκύρευτη; Εμένα; Εγώ που τη χλωρίνη την έχω προέκταση του χεριού μου;", απότομη σιωπή, γιατί ήθελε να εμπεδώσει τι ακριβώς της είχε πει.... Ποια;;; Η κολλητή της!!!
"Σωσώ... κοίτα.... Ο λόγος το λέει... Δεν ήθελα να σε θίξω...", η Αντιγόνη προσπαθούσε να συμμαζέψει, τον ασυμμάζευτο.
"Τώρα που το λες.... Ωωωω, γμτ.... δίκιο έχεις. Γιατί δεν μου το 'πες νωρίτερα;;;; Με αφήνεις και γίνομαι ρεζίλι! Ωραία φίλη είσαι..... Τώρα που κοιτάω το φως, εδώ στην κουζίνα..... τα είδα κι εγώ. Ωραία νοικοκυρά είμαι.... Ήθελα να 'ξερα τι τρίβω και τρίβω όλη τη μέρα, τρομάρα μου!!!!! Σε κλείνω! Θα τα πούμε μετά. Τώρα έχω δουλειά!".
  Και της το 'κλεισε χωρίς καν να την αποχαιρετίσει.....

Τρίτη 11 Φεβρουαρίου 2020

2200 M.X.



Άναψε το σπίρτο για να φωτίσει τον διάδρομο και ο διπλανός του το φύσηξε να σβήσει.
«Τι κάνεις, ρε; Θες να μας πάρουν χαμπάρι;», του είπε ψιθυρίζοντας.
«Δεν βλέπουμε τίποτα εδώ μέσα. Είναι θεοσκότεινα….», του απάντησε στον ίδιο τόνο.
«Ας είναι! Σέρνε τα πόδια σου για να διώχνεις τα σκουπίδια κι ακούμπα με το χέρι τον τοίχο για να προχωράς. Στο τέλος του, από τη μεριά σου, είναι το δωμάτιο. Αν φτάσουμε εκεί, τότε θα ανάψουμε το κερί. Και σταμάτα να σπαταλάς τα σπίρτα. Ένας Θεός ξέρει αν θα ξαναβρούμε από αυτά….», είπε και τον τράβηξε μαλακά προχωρώντας.
Συνέχισαν στα τυφλά για λίγο ακόμα, όταν, επιτέλους, ο Νεκτάριος αισθάνθηκε το κρύο μέταλλο της πόρτας.
«Σοφοκλή, τη βρήκα!», είπε με ενθουσιασμό σταματώντας απότομα.
Ο Σοφοκλής ένιωσε το τράβηγμα προς τα πίσω, επειδή τον κρατούσε σφιχτά από τη ζώνη όση ώρα περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι, για να μην χαθούν. Τον άφησε και έβγαλε από την τσέπη του το κλειδί. Ψηλάφισε την πόρτα. Βρήκε την κλειδαρότρυπα και άνοιξε.  Ο Νεκτάριος έκανε να μπει, αλλά δεν τον άφησε. Τον έπιασε από το κεφάλι και του ‘κλεισε το στόμα.
«Σσσς….», του ψιθύρισε στο αυτί.
Ήθελε να αφουγκραστεί το χώρο. Με το θόρυβο που έκανε η πόρτα, αν υπήρχε κάποιος από πίσω, είχε το χρόνο να παραμείνει σιωπηλός, αλλά η αναμονή δημιουργεί ανασφάλεια. Όποιος είχε παραβιάσει το χώρο, θα προδίδονταν από μια ανάσα, ένα σύρσιμο, από κάτι τέλος πάντων. Όταν σιγουρεύτηκε πως δεν υπήρχε κανείς, άφησε τον Νεκτάριο, έκλεισε την πόρτα πίσω του κι ανάσανε βαθιά από ανακούφιση.
«Βγάλε το κερί κι άναψέ το, να δούμε τι γίνεται εδώ μέσα.».
Ο Νεκτάριος δεν ήθελε δεύτερη προτροπή.
Η θαμπή φλόγα πήρε ζωή κι έχυσε το φως της στο δωμάτιο. Δυο σκουριασμένα ράντζα, χωρίς στρώματα, τρεις πλαστικές καρέκλες τρυπημένες από τον χρόνο κι ένα άθλιο τραπέζι γεμάτο σκόνη, αποτσίγαρα, βρώμικα πιάτα και ποτήρια. Κανένα παράθυρο στον τοίχο. Κι αν υπήρχε κάποτε, αυτό είχε κλείσει με τούβλα και σοβά. Τα πλακάκια στο δάπεδο ήταν σπασμένα και διάσπαρτα παντού, αν μπορούσες να τα ξεχωρίσεις κάτω από τα πεταμένα σκουπίδια. Ο Νεκτάριος βρήκε μια γόπα. Την μάζεψε από κάτω και την άναψε με το κερί.
«Ωωω, Θεέ μου!!!! Πόσο καιρό έχω να καπνίσω….», είπε και έβγαλε αργά τον καπνό με ικανοποίηση.
Τα τσιγάρα κυκλοφορούσαν στην μαύρη αγορά, αλλά ήταν τόσο ακριβά που δεν μπορούσε κανείς να τα αγοράσει εύκολα. Όπως τα ναρκωτικά, κάποτε….. Με τον αντικαπνιστικό νόμο είχαν γίνει δυσεύρετα. Απαγορεύονταν να καπνίζεις ακόμη και στο μπάνιο του σπιτιού σου. Αν σε έπιαναν, το πρόστιμο ήταν τεράστιο κι αν δεν είχες να πληρώσεις, σε κρατούσαν έγκλειστο σε ειδική πτέρυγα σε ψυχιατρείο. Μόλυνες το περιβάλλον και έπρεπε με τον ένα τρόπο ή τον άλλο να πληρώσεις. Όχι, δεν είχε να κάνει με την δημόσια υγεία. Έτσι ξεκίνησε. Ή μάλλον, έτσι είπαν. Το θέμα ήταν να μπορέσουν να χρησιμοποιήσουν στρατιωτικό νόμο. Αν έπιανε εκεί, τότε θα μπορούσαν να κηρύξουν και για όλα τα υπόλοιπα που ήθελαν και ήταν πιο σημαντικά, όπως την επίταξη των σπιτιών και τον εμβολιασμό των ανθρώπων. Και το πέτυχαν.
Βέβαια, τους πήρε αρκετό καιρό για να τα καταφέρουν. Δυο αιώνες δεν ήταν λίγοι. Στις αρχές, ο κόσμος διαμαρτύρονταν. Θα πει κανείς, πως κακώς φώναζαν. Το κάπνισμα έκανε κακό στην υγεία. Αληθές αυτό. Η διαφορά, όμως, ήταν πως αντί να σταματήσουν τις καπνοβιομηχανίες να παράγουν τσιγάρα, επέβαλαν φόρο στα τσιγάρα, δυσβάσταχτο και τα τσέπωναν μια χαρά εις βάρος «της υγείας του πολίτη».  Οξύμωρο;  
Αν ήθελαν πράγματι να κάνουν καλό στον άνθρωπο, θα έδιναν το φάρμακο του καρκίνου που, δεκαετίες πριν, είχε ανακαλυφθεί. Θα επάνδρωναν τα νοσοκομεία και θα έκαναν το σύστημα δημόσιας ασφάλειας, δίκαιο για όλους.  Αλλά όχι, δεν ήταν αυτός ο σκοπός……
Σκοπός ήταν να κερδίζουν οι φαρμακοβιομηχανίες το παιχνίδι με τα φάρμακα, για τη δήθεν εφεύρεση φαρμάκων, φαρμακώνοντας τους αθώους ανθρώπους. Οι κυβερνήσεις έπαιρναν τη μίζα…. γιατί να τους σταματήσουν; Το ίδιο δεν είχε γίνει και με τον εμβολιασμό; Πόσα να τους είχαν σκάσει στα χέρια, για να περάσουν τον νόμο και να δώσουν το δικαίωμα στον εκάστοτε υπουργό να εμβολιάζει τους πολίτες κατά το δοκούν; Άλλωστε το ποίμνιο ήταν έτοιμο. Ρωτούν τα πρόβατα τον τσοπάνο αν θα τα μπουκώσει αντιβίωση; Άρρωστα ή όχι, η μοίρα τους βρίσκεται στα χέρια του βοσκού….. Βέβαια, πάντα υπήρχε η περίπτωση ο βοσκός να αγαπούσε τα ζωντανά του, κάτι που δεν ίσχυε, σε καμιά περίπτωση, με τους κυβερνώντες.
Στα χρόνια που πέρασαν, οι άνθρωποι είχαν καταντήσει σαν ζόμπι. Όσοι δούλευαν, δούλευαν για ψίχουλα. Δεν έφταναν τα χρήματα για να ξεχρεωθούν οι τράπεζες. Έτσι οι περισσότεροι έχασαν τα σπίτια τους. Αυτοί που δεν χρωστούσαν έχασαν τα δικά τους μετά την επίταξη τους από τους κυβερνώντες για να στεγάσουν δήθεν μετανάστες από εμπόλεμες ζώνες. Ο Σοφοκλής είχε πολλές φορές αναρωτηθεί, πως γίνονταν να φεύγουν νέοι άνθρωποι από τη χώρα τους που χρειάζονταν πολεμιστές για να πολεμήσουν; Από πού πραγματικά έρχονταν όλοι αυτοί; Ποιοι ήταν και τι ήθελαν; Μέχρι που πια φανερώθηκε μπροστά στα μάτια του.
Αφανισμός. Τι άλλο; Ένας λαός που σηκώνει κεφάλι πρέπει να το κατεβάσει. Δεν χρειαζόταν να χρησιμοποιήσουν τα όπλα. Ήταν έτοιμα όλα. Είχαν, οι προηγούμενοι, κάνει το έδαφος πρόσφορο, αλλοιώνοντας την γλώσσα και την ιστορία και τους τάιζαν σκουπίδια μέσω τηλεόρασης και ίντερνετ καταφέρνοντας να αλλάξουν τις αρχές και την ηθική τους. Όλο αυτό είχε ξεκινήσει σιγά-σιγά από το 2100. Το είχε διαβάσει σε κάποιο βιβλίο που είχε απαγορευτεί και είχαν κάψει όλα τα αντίτυπα εκτός από ένα, που ένας «τρελός» είχε κλέψει από τον σωρό και το ΄χε κρύψει κάτω από τα κουρέλια του.
Τελικά, «ο τρελός», αποδείχθηκε η μεγαλύτερη μορφή του 23ου αιώνα, ανάμεσα στους λίγους που απέμειναν, όπως εκείνος κι ο Νεκτάριος και κρύβονταν κι αυτός από το σύστημα. Αν τους έπιαναν, το μόνο σίγουρο ήταν πως θα τους περνούσαν από εκτελεστικό απόσπασμα. Μέχρι στιγμής, καλά τα είχαν καταφέρει. Μπορούσαν να μείνουν μερικές μέρες σε αυτό το άθλιο δωμάτιο.
Στη διαδρομή τους μέχρι εκεί, βρήκαν ένα ρυάκι που τα ποσοστά μόλυνσης ήταν στα όρια. Γέμισαν δυο παγούρια που είχαν και το έπιναν καπάκι-καπάκι. Όσο για φαγητό, σε ένα εγκαταλελειμμένο σούπερ μάρκετ, βρήκαν μερικές κονσέρβες κάτω από τα ράφια. Η ημερομηνία τους είχε παρέλθει προ πολλού, αλλά έτσι κι αλλιώς, από το 2016, ήδη ίσχυε νόμος που έδινε το δικαίωμα να πωλούνται ληγμένα προϊόντα στα ράφια. Τα συντηρητικά που είχαν μπορούσαν να κρατήσουν αναλλοίωτα τα πτώματα για χιλιάδες χρόνια…… Τι να έλεγε η ταρίχευση μπροστά στα συντηρητικά……;;;
Τράβηξε μια καρέκλα κι έκατσε πάνω της προσεκτικά. Η καρέκλα, άντεξε το βάρος του. Ο Νεκτάριος πάτησε το απομεινάρι στο έδαφος για να το σβήσει. Κόντεψε να κάψει τα δάχτυλά του, αλλά δεν τον ένοιαζε. Είχε πάρει τη δόση της νικοτίνης που χρειάζονταν.
Ξαφνικά πίσω από την πόρτα ακούστηκε ένας τρομακτικός θόρυβος και η πόρτα έπεσε με δύναμη κάτω, δημιουργώντας σκόνη και ακόμη έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Το κερί έσβησε από τον αέρα που δημιουργήθηκε, αλλά το σκοτάδι φώτισαν τρεις φακοί. Πίσω από τους φακούς, ο Σοφοκλής, δεν μπόρεσε να διακρίνει τους τρεις άντρες.
«Ψηλά τα χέρια, να τα βλέπω!», είπε ο ένας από αυτούς.
Ο Νεκτάριος σήκωσε τα χέρια ψηλά, αμέσως.
«Κι εσύ!», διέταξε ο άντρας τον Σοφοκλή.
Τώρα, ο Σοφοκλής μπορούσε να δει τους ένστολους. Ήταν της ειδικής αστυνομίας. Το σώμα που είχε συσταθεί για να καταπνίξει τους επαναστάτες. Όλοι αυτοί ήταν πρώην στρατιωτικοί, που είχαν εκδιωχθεί από τον στρατό, επειδή είχαν διαπράξει φρικτά εγκλήματα. Η αστυνομία τους είχε προσλάβει, με τα εύσημα από την κυβέρνηση, με την προϋπόθεση πως δεν υπήρξαν ποτέ. Αν τους ανακάλυπταν, η αστυνομία και η κυβέρνηση, δεν γνώριζαν τίποτα…..
«Αφού θα πυροβολήσεις… έτσι κι αλλιώς τι σε νοιάζει να σηκώσω τα χέρια;», ειρωνεύτηκε.
Και τότε την είδε…. Η Ειρήνη κρατώντας την κόρη τους αγκαλιά τον προσκαλούσε να πάει κοντά της. Σηκώθηκε και τότε το όπλο εκπυρσοκρότησε και το βόλι, τον βρήκε στο στήθος. Χαμογελούσε καθώς κοιτούσε το αίμα να ποτίζει το μπουφάν του. Έπεσε εκεί, αλλά η έκφραση δεν χάθηκε. Φαινόταν σχεδόν ευτυχισμένος.
«Γιατί τον πυροβόλησες;», τσίριξε ο Νεκτάριος.
«Ο αρχηγός τον ήθελε ζωντανό!», συνέχισε.
Ακούστηκε ξανά πυροβολισμός.
Η σφαίρα βρήκε τον Νεκτάριο στο πόδι.
«Τι κάνεις, ρε;», είχε χλομιάσει, καθώς έπεσε στο πάτωμα.
Ο άντρας πήγε και στάθηκε, ακριβώς, από πάνω του.
«Οι Γερμανοί, ξέρεις τι τους έκαναν τους προδότες;», του είπε.
«Είσαι τρελός;», ο Νεκτάριος έκλαιγε.
«Τστστς…. Δεν διαβάζουμε ιστορία, ε;», το διασκέδαζε.
«Εσύ που πρόδωσες την ίδια σου την πατρίδα, δεν θα σε εμποδίσει τίποτα από το να προδώσεις και εμάς….. 1940…. Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος…..», είπε και του έριξε την χαριστική βολή στο κεφάλι.

Υ.Γ. Η φωτογραφία είναι από το ίντερνετ.

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2020

Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!


«Τι, ήμαρτα*, να μαγειρέψω πάλι σήμερα…..», μουρμούρισε η Νόπη κοπανώντας την πόρτα του ψυγείου.
Είχε σηκωθεί πριν καμιά ώρα από το κρεβάτι, ο καφές της κόντευε να τελειώσει κι ακόμα δεν είχε αποφασίσει τι θα μαγείρευε για το μεσημέρι. Τι μεσημέρι, δηλαδή; Εκείνος δεν είχε σκοπό να γυρίσει πριν τις 5 το απόγευμα από τη δουλειά. Δουλειά, δουλειά, δουλειά και φράγκο δεν έμπαινε στην τσέπη του. Όλα για την εφορία, την ασφάλεια, το δάνειο, τα κοινόχρηστα και ο κατάλογος πήγαινε λέγοντας. Για το σούπερ μάρκετ… ζήτημα αν έφταναν για κανένα μαρούλι, μακαρόνι ή ψωμί.
«Θα τον αφήσω νηστικό! Βαρέθηκα πια!», μονολόγησε.
Κάθισε στον καναπέ της κουζίνας κι άναψε ένα τσιγάρο. Έβγαλε αργά τον αέρα μέσα από τα πνευμόνια και τράβηξε μια τζούρα απ’ τον καφέ της, που είχε κρυώσει πια. Ο καπνός θόλωσε για λίγο το οπτικό της πεδίο. Για να τα προστατέψει, μισόκλεισε τα βλέφαρά της και τότε είδε την εικόνα ξεκάθαρα. Μέσα στο μυαλό της φυσικά, αλλά τόσο ζωντανή που νόμιζε πως, αν έτεινε το χέρι της, θα άγγιζε τα τριαντάφυλλα. Μέχρι την μυρωδιά τους μπορούσε να οσμιστεί.
«Ωωω, καλά τώρα!!!! Από πού ξεφύτρωσες εσύ;», κούνησε το χέρι μπροστά στο πρόσωπό της για να διαλύσει τον καπνό, αλλά περισσότερο, το έκανε, για να σβήσει την ανάμνηση.
Όταν ήταν θυμωμένη, δεν ήθελε να θυμάται τέτοια πράγματα. Ήθελε να παραμένει έξαλλη μαζί του. Η καλή του πλευρά την αποσυντόνιζε και δεν της άφηνε περιθώρια για ένα βαρβάτο καυγά. Ένα καυγά να τους ακούσει η γειτονιά, να εκτονωθεί, να δώσει ρεσιτάλ……
«Όχι, αγάπη μου! Ο Πάκης ήταν χαμηλών τόνων. Δεν του άρεσαν οι φασαρίες και οι έντονες καταστάσεις. Ο Πάκης ήταν ένας ήρεμος άνθρωπος. Τόσο ήρεμος… που καταντούσε εκνευριστικός….», σκέφτηκε και της ήρθε να πετάξει το τασάκι στα πλακάκια της κουζίνας, αλλά το μετάνιωσε. Δεν είχε καμιά όρεξη να μαζεύει γόπες και γυαλιά από το δάπεδο.
Πως είχε στραβωθεί και τον παντρεύτηκε, ήταν ένα από τα άλυτα μυστήρια της ζωής. Εντάξει, ήταν κούκλος. Τότε, γιατί τώρα στα πενήντα πέντε του, λίγα πράγματα είχαν μείνει από την εξωτερική του γοητεία. Τα μαλλιά του είχαν αραιώσει, σχηματίζοντας φαλάκρα στην κορυφή του κεφαλιού και είχαν σχεδόν ασπρίσει. Τα φρύδια του, που άλλοτε ήταν τοξωτά, πλαισιώνοντας δυο υπέροχα μαύρα μάτια, είχαν πυκνώσει, τα αφτιά του είχαν γεμίσει τρίχες και η κοιλιά του ξεχείλιζε από το παντελόνι, ασφυκτιώντας κάτω από τη ζώνη. 
Τώρα, θα αναρωτιόταν κανείς για τη δική της εμφάνιση, αφού κι εκείνη είχε για τα καλά πατήσει τα πενήντα, αλλά το θέμα δεν ήταν αυτή! Το θέμα ήταν Αυτός! Αυτός που ξέχασε πως υπάρχει στη ζωή του, εκτός από τη δουλειά και η γυναίκα του. Είπαμε κρίση, δυσκολίες, λίγα λεφτά, καθόλου χρόνος, αλλά το ‘χε παρακάνει. Ερχόταν σπίτι εξουθενωμένος. Δεν είχε όρεξη για κουβέντες. Έτρωγε ό,τι του ‘βαζε στο τραπέζι, ξάπλωνε στο κρεβάτι με το κινητό στο χέρι και μετά ροχάλιζε ως το επόμενο πρωί που θα πήγαινε πάλι για δουλειά. Δεν ήταν λίγες οι φορές που γύριζε αργά το βράδυ και πήγαινε κατευθείαν για ύπνο.
Κι εκείνη μόνη όλη την ημέρα. Μόνη, γιατί η κόρη τους είχε ήδη παντρευτεί και μετακομίσει στην Αθήνα. Είχε τη δική της οικογένεια πια. Στη θύμηση της, η καρδιά της μαλάκωσε κάπως, αλλά αυτό δεν κράτησε  πολύ. Μόλις λίγα δευτερόλεπτα.
«Να ‘τα πάλι τα τριαντάφυλλα!», τι στο καλό αυτή η σκέψη τριγύριζε στο μυαλό της;
Δεν μπόρεσε να την απωθήσει τούτη τη φορά. Την κατέκλισε ολόκληρη σκορπώντας μια γλυκιά ανατριχίλα στην σπονδυλική της στήλη. Δεν της άρεσε που λύγιζε σε μια τόσο ασήμαντη ανάμνηση. Και αφού ήταν ασήμαντη, γιατί ξαφνικά, σήμερα, ήρθε και γιγαντώθηκε μέσα της; Τα μάτια της βούρκωσαν.
«Αγίου Βαλεντίνου και κουραφέξαλα!!!», μονολόγησε κι ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλο, χωρίς να το καταλάβει.
Ήταν τότε, που ήταν σχεδόν παιδιά. Πριν αποκτήσουν την μονάκριβη κόρη τους και μπουν στην ρουτίνα της πραγματικής ζωής. Ήταν τότε που όλα ήταν ή κόκκινα ή ροζ. Που ξυπνούσαν μεσημέρι επειδή δεν κοιμόνταν καθόλου τη νύχτα, που γύριζαν ξυπόλητοι στις παραλίες τα καλοκαίρια, που κρύβονταν κάτω από το πάπλωμα τις κρύες νύχτες του χειμώνα, χωρίς να νοιάζονται για το φαΐ, τα λεφτά, το τι θα γίνει την άλλη μέρα. Τότε, που ο κόσμος φάνταζε όμορφος, χωρίς ανησυχίες…..
Εκείνη την πρώτη χρονιά…. του χίλια εννιακόσια ενενήντα….
Δεν είχαν καιρό που ήταν μαζί. Περίπου τρεις μήνες, αλλά αυτό δεν πτόησε τον Πάκη. Ένοιωθε πως η Νόπη ήταν το κορίτσι που θα γινόταν η γυναίκα του, για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι της είπε την ημέρα του Αγίου Βαλεντίνου, όταν της πρόσφερε την κατακόκκινη ανθοδέσμη.
«Το ξέρω πως είσαι η μοναδική κι ας είναι λίγος ο χρόνος που είμαστε μαζί. Θέλω να ζήσω μαζί σου ως τα βαθειά μας γεράματα, όταν θα είμαι χοντρός, καραφλός και άσχημος κι εσύ γεμάτη ρυτίδες και ραγάδες από τα παιδιά που θα κάνουμε. Κόντρα στους νόμους της ρουτίνας, εμείς θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα!!!!» και δέχτηκε η ηλίθια…..
Έγιναν όλα όπως τα είπε….. εκτός από το τελευταίο. Της ερχόταν να τσιρίξει από αγανάκτηση. Να πάρει το αυτοκίνητο και να εξαφανιστεί από προσώπου γης……
«Θα αγαπιόμαστε όπως την πρώτη μέρα….. Τέρας….. που κατάντησες το σπίτι ξενοδοχείο….. Λες και όλα γίνονται με μαγικό ραβδάκι εδώ μέσα….. Ξεπατώνομαι όλη μέρα για να έχεις ζεστό φαγητό στο πιάτο, καθαρά ρούχα, σεντόνια, παπούτσια. Καθαρό σπίτι….. Γάιδαρε……», τελικά τσίριζε……
Ξαφνικά το κουδούνι της εξώπορτας την έφερε στα συγκαλά της. Σκούπισε με τα χέρια τα δακρυσμένα μάτια της και πήγε να ανοίξει. Στο κατώφλι στεκόταν ένας νεαρός με μια αγκαλιά λουλούδια στα χέρια. Έμεινε να τον κοιτά άναυδη.
«Καλημέρα, Κυρία! Αυτά είναι για εσάς!», της είπε και της έτεινε τα λουλούδια.
«Τττί είναι αυτά;», τον ρώτησε σαστισμένη.
Ο πιτσιρικάς την κοίταξε για λίγο και μετά της είπε χαμογελώντας:
«Τριαντάφυλλα! Χρόνια πολλά!!! Του Αγίου Βαλεντίνου σήμερα….. Υπάρχει και αυτός ο φάκελος για εσάς, επίσης.».
Η Νόπη πήρε στα χέρια της τα λουλούδια και το φάκελο κι έκλεισε την πόρτα στα μούτρα του νεαρού. Μόλις συνειδητοποίησε, όμως, πόσο αγενέστατα φέρθηκε, την άνοιξε ξανά για του πει να περιμένει λίγο. Θα του ‘δινε φιλοδώρημα. Αλλά πίσω από την πόρτα δεν υπήρχε κανείς. Την έκλεισε πάλι, προχώρησε προς την κουζίνα κι άφησε τα λουλούδια στο τραπέζι. Αυτά μπορούσαν να περιμένουν λίγο ακόμη για να μπουν σε βάζο. Ο φάκελος είχε περισσότερη σημασία. Τι να περιείχε άραγε; Τον άνοιξε γρήγορα-γρήγορα κι άρχισε να διαβάζει το γράμμα που υπήρχε μέσα.
«Αγαπημένη μου,
μη θεωρήσεις ποτέ πως ξέχασα πως είσαι το κορίτσι μου. Ξέρω πως τελευταία το ‘χω παρακάνει και δεν σου ‘χω φερθεί όπως πραγματικά σου αξίζει, γι’ αυτό θέλω να με συγχωρήσεις. Σε έχω απογοητεύσει, γιατί δεν κράτησα την υπόσχεση που σου έδωσα τότε, πριν τριάντα χρόνια και το μόνο που κατάφερα ήταν να αφήσω την ρουτίνα να μας καταπιεί και τους δυο. Μετανιώνω πικρά και νιώθω τύψεις, όταν βλέπω στα μάτια σου, πως έχει χαθεί η λάμψη που υπήρχε εκεί και μου έδινε κουράγιο να συνεχίσω στη ζωή χωρίς να φοβάμαι τίποτα.  Δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω και να διορθώσω τα λάθη μου, αλλά ίσως να μην είναι αργά για να επανορθώσω. Σε αγάπησα από εκείνη την πρώτη στιγμή που συναντήθηκε το βλέμμα μας και συνεχίζω να σε αγαπώ ακόμα. Ίσως τώρα περισσότερο από τότε. Βάλε το καλό σου φουστάνι κι έλα στις 8, στο μέρος που συναντηθήκαμε την πρώτη φορά. Τα υπόλοιπα, τα αναλαμβάνω εγώ.
Χρόνια μας πολλά,
Αγάπη μου!».
Έμεινε να κοιτά το γράμμα με το στόμα ανοιχτό. Τα δάκρυα πότιζαν το χαρτί και μουτζούρωναν τις λέξεις……

*ήμαρτα. Το χρησιμοποιούν οι πόντιοι στις εκφράσεις τους, όταν θέλουν να αποφύγουν τις βρισιές, για να μην αμαρτήσουν.

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2020

Δυο έργα






Καμιά φορά δεν θέλω να σηκωθώ καν από το κρεβάτι μου. Δεν θέλω να βγω από τα όνειρα που βλέπω, έστω και αν είναι εφιάλτες, επειδή η πραγματικότητα είναι χειρότερος εφιάλτης. Όχι, δεν έχω κατάθλιψη. Μου αρέσει να ξημερώνει η μέρα. Με ήλιο ή χωρίς δεν έχει σημασία. Αρκεί που είμαι ζωντανή και έχω την ευκαιρία να τη ζήσω.
Τότε γιατί δεν θέλω να σηκωθώ; Προτιμώ να ονειρεύομαι. Προτιμώ να κάτσω στο κρεβάτι και να φτιάξω τη δική μου πραγματικότητα, χωρίς να ξέρω τι γίνεται στον κόσμο. Κάθε τι εκεί έξω πληγώνει. Ανοίγει πληγές που δεν κλείνουν παρά μεγαλώνουν κι αιμορραγούν, κάνοντας το κορμί αδύναμο και το μυαλό να κατεβάζει ρολλά.
Δεν θα πω ψέμματα. Η προσωπική μου ζωή, αγγίζει τα όρια της ευτυχίας κι αυτό με κάνει να νιώθω κάπως ένοχη όταν βλέπω γύρω μου τόση δυστυχία και τόση αδιαφορία. Δεν θα αναλύσω ούτε τη μια έννοια ούτε την άλλη. Δεν θέλω να κατηγορηθώ για κάτι. Δεν μου αρέσουν οι ταμπέλες. Προσπαθώ, ειλικρινά, να μην το κάνω στους άλλους, γι’ αυτό δεν θέλω να το κάνουν κι οι άλλοι σε μένα.  Είμαι πολλά πράγματα. Ίσως περισσότερο άσχημα πράγματα, αλλά για ανειλικρίνεια δεν μπορεί κανείς να με κατηγορήσει.
Πρόσφατα είδα μια ταινία κι ένα θεατρικό έργο. Στην ταινία είδα τη ζωή μιας γυναίκας που άφησε πίσω της μεγάλη κληρονομιά στην Ελληνική μουσική, χωρίς ποτέ να νοιαστεί για τη δόξα. Από τη μια τροφοδοτούσε το πάθος της, από την άλλη ζούσε έντονα την κάθε της στιγμή. Χωρίς δικαιολογίες, χωρίς κλάψες, χωρίς να παρακαλά κανέναν. Μια γυναίκα γεμάτη από ζωή, ό,τι κι αν της έδωσε αυτή…. Έστω κι αν ήταν από τις δικές της επιλογές. Λάθος ή σωστό κανείς δεν μπορεί να αποφασίσει. Άραγε υπάρχει λάθος και σωστό; Κρυφά, ζηλεύω αυτούς τους ανθρώπους. Έχουν ένα δυναμισμό….. νομίζω… έχουν τα κότσια να στύψουν τη ζωή και να την πιούν μέχρι την τελευταία της ρανίδα!
Στο θεατρικό έργο είδα ένα περίεργο ζευγάρι, από αυτά που ποτέ, για κάποιο λόγο, δεν ολοκληρώνουν τη σχέση, παρόλα αυτά το δέσιμο μεταξύ τους είναι τόσο βαθύ… που μόνο ο θάνατος μπορεί να σπάσει τα δεσμά. Δυο άνθρωποι τόσο διαφορετικοί, χωρίς κοινές συνισταμένες, διασταυρώνονται στο δείλι της ζωής τους για να βοηθήσουν ο ένας τον άλλον να τα βγάλουν πέρα με την πραγματικότητα, που τους έχει αφήσει βαθιά σημάδια στις πληγωμένες τους ψυχές….. Και στο τέλος, το χέρι που απλώνεται φέρνει τη λύτρωση στον έναν. Ο άλλος μένει με την οδύνη της λυτρωτικής πράξης….. Άραγε… μπορεί κάποιος να ζήσει με αυτό το βάρος;
Νομίζω πως είναι ώρα να σηκωθώ. Ένας καφές κι ένα τσιγάρο για να αρχίσει η δική μου πραγματικότητα…..